Κάθομαι και γράφω αυτά τα ελάχιστα για τον Θάσο, ένα μύθο της παιδικής μου ηλικίας στην Κυθρέα. Και σκέφτομαι πως όλοι εμείς μεγαλώσαμε με αυτές τις μυθικές και ηρωϊκές μορφές του αγώνος του 1955 – 59. Μαζί τους μεγαλώσαμε και μαζί τους νοιώθαμε ώριμοι από νωρίς, χωρίς παιδική ηλικία, μετέχοντας στον ηρωϊσμό εκείνων των χρόνων. Ο Θάσος υπήρξε μια από τις ηρωϊκότερες μορφές της Κυθρέας για όλους εμάς εκείνα τα χρόνια. Η σύλληψή του, τα βασανιστήρια, η μάνα του που δεν τον αναγνώρισε έτσι που τον παραμόρφωσαν οι Άγγλοι βασανιστές, η δίκη του κι η φυλάκισή του στην Αγγλία. Μαζί μ’ αυτά κι η ζωή του στο αντάρτικο με τον Γρηγόρη Αυξεντίου. Κι η καταδρομική επίθεση στον αστυνομικό σταθμό Λευκονοίκου κι η παροιμιώδης ψυχραιμία τους. Κι έπειτα η άλλη καταδρομική επίθεση στο στρατόπεδο των Άγγλων στον Άγιο Αμβρόσιο. Κάποτε μου διηγήθηκε τη βραδιά που τον κυνηγούσαν οι Άγγλοι κι αυτός με ένα άλμα βρέθηκε στα κλαδιά ενός δέντρου. Έτσι τον έχασαν. Του έμεινε όμως ένα λευκό τσουλούφι στα μαλλιά, που έφυγε όταν πια γέρασε και άσπρισαν όλα του τα μαλλιά.
Ο Θάσος ανήκε στην ομάδα των φοιτητών που τα άφησαν όλα και κατέβηκαν στην Κύπρο, αφήνοντας τις σπουδές τους. Μια δράκα νέων, μια δωδεκάδα όλοι κι όλοι, που δεν δίστασαν. ΚΑΡΗ. Κύπριοι Αγωνιστές, Ριψοκίνδυνοι Ηγέτες. Όσα πέρασαν τότε κι όσα έζησαν είναι τελικά απερίγραπτα.
Θυμάμαι τον Θάσο όταν γύρισε πίσω, όταν όλη η Κυθρέα τον υποδέχθηκε εκεί στην είσοδο της κωμόπολης στο δρόμο με τα κυπαρίσσια, τον σήκωσαν στους ώμους ψάλλοντας πατριωτικά άσματα. Ακολούθησε η δοξολογία. Και ύστερα τον ακολουθήσαμε ως το σπίτι του. Κρατάω τη συγκίνησή του έτσι όπως έψαχνε τον πατέρα του, που κοιμήθηκε διαρκούντος του αγώνος.
Με τον Θάσο συναντηθήκαμε αμέσως μετά, όταν πια ήταν καθηγητής μαθηματικών στο Παγκύπριο Γυμνάσιο. Ένας άνθρωπος φιλικός, οικείος, ανθρώπινος. Κι αργότερα, δέκα χρόνια μετά, το 1973, υπηρετήσαμε μαζί στο Γυμνάσιο Νεαπόλεως και στο τότε προσφυγικό Γυμνάσιο Ακροπόλεως. Άγρια χρόνια και καιροί. Ήταν τότε που μιλούσαμε σχεδόν ψιθυριστά, καταθέτοντας την πίκρα και τον καημό μας. Και την αγωνία μας.
Ο Θάσος ήταν που με υποδέχθηκε στην είσοδο της Κυθρέας με την εκεχειρία στις 23 Ιουλίου του 1974. Ήταν τότε που πήγα να δω, αν ήταν καλά οι γονείς μου. Δεν ξαναείδα ποτέ την Κυθρέα.
Για τον Θάσο θά μπορούσα να γράψω πολλά. Τις ευαισθησίες του, την τρυφερότητα της ψυχής του, τα εικαστικά και ποιητικά του ενδιαφέροντα. Κάποτε φρόντισα και το πρώτο του βιβλίο. Ερχόταν συχνά στο σπίτι μου, βγαίναμε εκείνα τα χρόνια μετά την εισβολή.
Η τελευταία μας εκτενής συνομιλία ήταν στις 3 Μαρτίου του 2023. Λίγο πριν φύγει. Στην τηλεόραση το τρισάγιο και όλα τα σχετικά στο κρησφύγετο του Γρηγόρη Αυξεντίου. Ο Θάσος άρρωστος πια, ανέβηκε στο Μαχαιρά με το μπαστούνι του. Κάθησε σ’ ένα πεζούλι έξω από τη Μονή, δίπλα από το άγαλμα του ήρωος φίλου του και συναγωνιστή του. Του σταυραετού του Μαχαιρά Γρηγόρη. Δεν μπορούσε να φτάσει με τα πόδια στο κρησφύγετο.
«Με τον Γρηγόρη κοιμόμαστε πλάτη – πλάτη στο κρησφύγετο στον Πενταδάκτυλο», μου έλεγε κάποτε.
Ήταν τότε που τον πλησίασε μια κοπελίτσα ρωτώντας τον:
«― Είστε ο Θάσος Σοφοκλέους;
― Ναι, κόρη μου.
― Να σας ρωτήσω κάτι;
― Ρώτησέ με ό,τι θέλεις.
― Πώς νοιώθετε σήμερα;
― Κλαίω, κόρη μου.»
Έτσι όπως έκλαιε την πατρίδα του ο τυφλός Νικηταράς, έξω από την εκκλησία στον Πειραιά, ένας επαίτης. Έτσι όπως έκλαιε ο Μακρυγιάννης, «σάπιος απ’ τις πληγές», όταν ήλθε να τον συλλάβει «ο μοίραρχος Πτολεμαίος», για να θυμηθούμε τα «Απομνημονεύματά» του και το ποίημα του Σεφέρη.
Αυτά ο Θάσος Σοφοκλέους, ο φίλος μου ο αγαπητός. Που παρέμεινε όμως ένας υπερήφανος αετός. Ως το τέλος.
«Θάσο μου», του είπα, «σε καμαρώνω. Και υποκλίνομαι.»
Έτσι υποκλίνομαι και αποχαιρετώντας τον. Καθώς ανεβαίνει ως αετός στον ουρανό, για να συναντήσει τον Γρηγόρη Αυξεντίου και όλους τους άλλους. Μαζί και τον πατέρα και τη μάνα του, τους δικούς του και την αγιασμένη Κυθρέα.