Η «Κραυγή» («The Scream») (1893) του Νορβηγού ζωγράφου και χαράκτη Edvard Munch (Εντβαρτ Μουνκ, 1863-1944) είναι ένα από τα πιο διάσημα έργα τέχνης στον κόσμο. Αναπαριστά μια ανθρώπινη φιγούρα με υποτυπώδη χαρακτηριστικά πάνω σε μια γέφυρα, με το κεφάλι γυρισμένο πίσω και το στόμα ανοιχτό σε μια άηχη κραυγή. Η φιγούρα περιβάλλεται από έναν αφύσικο, σουρεαλιστικό ουρανό, που μοιάζει να στροβιλίζεται σε πορτοκαλί, κόκκινες και κίτρινες αποχρώσεις, καθώς αναφέρεται στην αντανάκλαση του ψυχικού κόσμου του ανθρώπου στη φύση. Η χρήση ζωντανών χρωμάτων, έντονων γραμμών και παραμορφωμένων σχημάτων, εμπίπτει στο πλαίσιο των χαρακτηριστικών γνωρισμάτων του εξπρεσσιονισμού. Για τους Εξπρεσιονιστές το χρώμα αποτελούσε αυτούσιο ένα σημαντικό μέσο έκφρασης, χωρίς την εξ ανάγκης ύπαρξη ενός αντικειμένου. Ο Μουνκ έφτιαξε διάφορες εκδοχές του πίνακα, συμπεριλαμβανομένων δύο ελαιογραφιών και αρκετών εκτυπώσεων. Η πιο διάσημη εκδοχή εκτίθεται στην Εθνική Πινακοθήκη στο Όσλο.
Η «Κραυγή» συνιστά μια εμβληματική εικόνα στη λαϊκή κουλτούρα. Εκτιμάται, ιδιαίτερα, από τους συλλέκτες και κατατάσσεται στα σημαντικότερα καλλιτεχνήματα του 20ού αιώνα. Συνιστά σύμβολο της πνευματικής αγωνίας του ανθρώπου στην εποχή της νεωτερικότητας και προάγγελο της γερμανικής βίας που ακολούθησε ιστορικά. Κάποιοι είδαν στην απεικονιζόμενη φιγούρα την αναπαράσταση του ίδιου του καλλιτέχνη, που εκφράζει την προσωπική του δραματική αγωνία και απελπισία. Εν γένει, αντικρίζεται ως σύμβολο της γενικής ανησυχίας και της «σπασμένης καρδιάς» της σύγχρονης κοινωνίας.
Εκτός των άλλων, θεωρείται σημείο αφετηρίας της ζωγραφικής του 20ού αιώνα και μεταξύ των κυριότερων πηγών έμπνευσης των εξπρεσιονιστών. Οι πίνακες και τα χαρακτικά του Μουνκ επιχειρούν να αναπαραστήσουν τα συναισθήματά του καλλιτέχνη μπροστά στην πραγματικότητα και όχι να αναπαραγάγουν την ίδια την πραγματικότητα. Συνακόλουθα, η τέχνη του καταδικάστηκε ως «εκφυλισμένη» και απαγορεύτηκε από τους Ναζί.
Ο σημερινός άνθρωπος δεν απέχει πολύ από τον άνθρωπο της απελπισίας του Μουνκ. Αν και – όπως πιστεύαμε τουλάχιστον– έχει παρέλθει η εποχή ανάδυσης της φρίκης του Ολοκαυτώματος και των παγκόσμιων συρράξεων, αναπάντεχα, διαβιούμε σε ένα απρόσμενα βίαιο σύμπαν, όπου η βία και η ανέχεια αναδεικνύονται, με τη συχνότητά τους, σε κυρίαρχα φαινόμενα παθογένειας σε καθημερινή βάση. Και αν η απάνθρωπη εξολόθρευση χιλιάδων παιδιών καθημερινώς (βλ. Γάζα), γίνεται ανεμπόδιστα, χωρίς ουσιαστική αντίδραση από τους ηγέτες των κρατών σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο, αυτό που τρομάζει περισσότερο, είναι η συνήθεια του «τέρατος» από τους απλούς πολίτες, οι οποίοι μοιάζουν να έχουν εξοικειωθεί με όσα φρικτά ακούνε και βλέπουν τα μάτια τους μέσω τηλεοράσεων και λοιπών οθονών και τα αντιμετωπίζουν λίγο-πολύ ως μυθοπλασία.
Από την άλλη, μεγάλο μέρος, ίσως και η πλειονότητα της μάζας, ταμπουρώνεται πίσω από μια άηχη πνιχτή «κραυγή» που θέλει να αντιδράσει, αλλά δεν μπορεί μπροστά στη θύελλα και την αναπάντεχη συσσώρευση των μακροχρόνια κακώς εχόντων καταστάσεων και της διαρκώς διογκούμενης κοινωνικής αδικίας, που ως χρόνια παθογένεια αντανακλάται στον καθημερινό βίο. Η διαφθορά, η έλλειψη διαφάνειας και αξιοκρατίας, η διαρκώς ανακυκλούμενη ευνοιοκρατία και οι αλληλοεπικαλύψεις παρατυπιών και παραπτωμάτων, ενσκήπτουν ως χιονοστιβάδα και βρίσκονται στον αντίποδα μιας ευνομούμενης και ορθώς λειτουργούσας κοινωνίας.
Το βαθύ κράτος των παρασκηνιακών διαμοιβών, των συναλλαγών για ευνοϊκή μεταχείριση και τοποθετήσεις σε θέσεις κλειδιά και αξιώματα, χωρίς συχνά ουσιαστικό αντίκρισμα, τείνει να καταστρέψει κάθε υγιή δημοκρατικό θεσμό και ορθολογική λειτουργία της δημοκρατίας, στον βωμό των συμφερόντων και της πελατειοκρατίας. Ως αποτέλεσμα, η κοινωνία νοσεί, η «αρπαχτή» και ο ωφελιμισμός γίνονται κραταιά αξία σε μια περιρρέουσα ατμόσφαιρα, όπου η παιδεία στην ευρύτερη της έννοια ως ηθική αξία, που χαρακτηρίζεται από δικαιοσύνη, ισοπολιτεία και φιλοπατρία, χάνουν το νόημά τους. Σε μια κοινωνία, όπου λείπουν οι ηθικές αναστολές και βασιλεύει ο χρησιμοθηρισμός, η έλλειψη εμπιστοσύνης στους θεσμούς, η εμπεριστατωμένη αλήθεια και ειλικρίνεια προς τους πολίτες και, κυρίως, προς τα παιδιά, χάνεται ως συνέπεια κάθε σεβασμός και ανθρωπιά. Αποτέλεσμα της απουσίας ορθών προτύπων, είναι τα ακραία κοινωνικά φαινόμενα, η βία και η οχλοκρατία ως αντίδραση σε ό,τι παραδίδουμε ως καθεστηκυία τάξη και κοινωνία στις μελλούμενες γενιές. Η συνέχεια αυτής της νοσογόνου κατάστασης, μπορεί να εξελιχθεί σε δούρειο ίππο για την εκπαίδευση και την ευρύτερη κοινωνία. Ως εκ τούτου, ζητείται η λήψη κατασταλτικών, αλλά κυρίως προληπτικών μέτρων, αρχής γενομένης από την παροχή υγιών προτύπων που θα εμπνέουν και θα στοχεύουν στο κτίσιμο εμπιστοσύνης και εποικοδομητικού διαλόγου. Καταλήγοντας, ας γίνουμε, όλοι και όλες, μια ηχηρή κραυγή ηθικής αντίστασης και αποφασιστικής πυγμής για αποτροπή και περαιτέρω εξάπλωση της βίας, για ένα ευοίωνο μέλλον.
*Φιλόλογος-εκπαιδευτικός
maria.chatzinicola@gmail.com