Πώς μπόρεσαν πώς μπόρεσαν
να χύσουν αίμα αδελφικό
Πώς τόλμησαν πώς τόλμησαν
Ν’ ανοίξουνε τις πύλες
Στον ορκισμένο εχθρό…

Φέτος κλείνουν πενήντα χρόνια από το πραξικόπημα της Χούντας των Αθηνών και της ΕΟΚΑ Β’ και συμπληρώνεται μισός αιώνας τουρκικής κατοχής του 37% της πατρίδας μας. Οι μνήμες αναταράζονται, συδαυλίζονται τα πάθη. Στην ιστορία του τόπου δεν καταγράφτηκε ξανά τέτοιο κακό. Το μίσος που ξεχύθηκε εκείνο το πρωί της 15ης του Ιούλη του 1974 στις στράτες του νησιού μας ήταν πρωτόγνωρο κι η έχθρα που το γέννησε ακράτητη, μα όχι δική μας. Δεν τη θέλησε ο λαός μας εκείνη τη θανάσιμη έχθρα, άλλοι μας την προξένησαν: μια σειρά επίορκων αξιωματικών του ελληνικού στρατού, που αφού κατέλυσαν τη δημοκρατία στην Ελλάδα, στράφηκαν εναντίον της νόμιμης κυβέρνησης Μακαρίου, λησμονώντας το τραγικό αποτέλεσμα του Εθνικού Διχασμού και του αχαλίνωτου μεγαλοϊδεατισμού που οδήγησαν στη Μικρασιατική Καταστροφή. Μια σειρά στρατιωτικών έτοιμων να χύσουν αίμα αδελφικό για τα ξένα συμφέροντα που έθεσαν υπό την κηδεμονία τους την εξουθενωμένη, μεταπολεμική-μετεμφυλιακή Ελλάδα και τελικά θυσίασαν την Κύπρο για να ικανοποιήσουν τις επεκτατικές βλέψεις του κατά συρροή «επιτήδειου ουδέτερου» – της ισχυρότερης και πολυτιμότερης γι’ αυτούς Τουρκίας, με το πρόσχημα της ανακοπής της Σοβιετικής εξάπλωσης στη Μεσόγειο. Αυτοί μας μπόλιασαν εκείνο το απύθμενο μίσος, δεν το θρέψαμε μόνοι μας. Μα, αλίμονο, βρέθηκαν ανάμεσα μας κάποιοι – λίγοι ευτυχώς, που είτε από πλάνη, είτε από αρχομανία ενστερνίστηκαν εκείνο το μίσος και δέχτηκαν να σημαδέψουν στην καρδιά την πατρίδα τους και να πυροβολήσουν, γνωρίζοντας ότι λίγα μίλια από τις ακτές της καραδοκούσε ο ορκισμένος εχθρός, ξέροντας ότι ο πόλεμος που θα ακολουθούσε μαζί του ήταν αναπόφευκτος και εκ των προτέρων προδομένος.

Δεκάδες παλικάρια έπεσαν στον αδελφοκτόνο σπαραγμό που ακολούθησε. Ήρωες, που καθηκόντως ή εθελοντικά υπερασπίστηκαν τη Δημοκρατία και τη νόμιμη κυβέρνηση στο ένα χαράκωμα, αμούστακα παιδιά που χάθηκαν άδοξα και αδίκως στο άλλο, καθώς, υπηρετώντας τη στρατιωτική τους θητεία υπάκουσαν στις διαταγές των αφρόνων ενορχηστρωτών του πραξικοπήματος – αθέλητα συντελώντας στην προδοσία της χώρας τους. Μια προδοσία που επιβεβαιώθηκε στις 20 του Ιούλη με την τουρκική εισβολή η οποία αποκάλυψε το δίδυμο έγκλημα σε βάρος της Κύπρου. Μια προδοσία ασύλληπτων διαστάσεων, που επέτρεψε στον τουρκικό στρατό να αποβιβαστεί στις ακτές της Κερύνειας χωρίς ουσιαστική αντίσταση και να σκοτώσει, να βιάσει, να εξαφανίσει χιλιάδες, να διαπράξει εγκλήματα πολέμου και εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, εφαρμόζοντας το προμελετημένο σχέδιο της Άγκυρας για εθνοκάθαρση και τουρκοποίηση του βόρειου μέρους του νησιού μας.

Πενήντα χρόνια μετά, θρηνούμε και τιμούμε τους Ελληνοκύπριους συμπατριώτες μας και τους Ελλαδίτες αδελφούς μας που έπεσαν μαζί στα πεδία των μαχών, υπερασπιζόμενοι την ελευθερία της Κύπρου. Πενήντα χρόνια μετά οι μνήμες ξανάρχονται εφιαλτικές και η ανάγκη για παραδοχή των εγκληματικών λαθών και της προδοσίας προβάλλει εκ νέου αλλά πάντα αδήριτη. Εξίσου αδήριτη προβάλλει και η ανάγκη για επίδειξη ψυχραιμίας και αυτοσυγκράτησης από τους συγγενείς των θυμάτων. Πρέπει όλοι να κατανοήσουμε ότι εκείνο που χρειάζεται ο τόπος μας σήμερα είναι η ενότητα και αυτή η ενότητα μόνο με πολιτισμένο, νηφάλιο διάλογο μπορεί να στερεωθεί. Η τουρκική κατοχή συνεχίζεται και η αδιαλλαξία της Άγκυρας και των εγκάθετων της στην Κύπρο αυξάνεται. Για να μπορέσουμε να αγωνιστούμε συντονισμένα και αποτελεσματικά ενάντια στον κατακτητή, ενάντια στις απειλές και τις ανερμάτιστες προκλήσεις του, πρέπει να είμαστε ενωμένοι. Μόνο έτσι θα καταφέρουμε να διεκδικήσουμε με αξιώσεις μια ειρηνική, δίκαιη και βιώσιμη λύση του Κυπριακού και να κτίσουμε ένα ελπιδοφόρο μέλλον για τα παιδιά και τα εγγόνια μας.