Η εικόνα της «χειρουργικής», κεραυνοβόλου και αποκεφαλιστικής επιχείρησης που θα παρέλυε το ιρανικό κράτος αποδεικνύεται ότι δεν οδήγησε σε κατάρρευση του καθεστώτος του Ιράν ενω το σενάριο της άμεση διαπραγμάτευση από θέση αδυναμίας φαίνεται να μην κερδίζει έδαφος.

Το ιρανικό κράτος, όπως έχουμε δει, δεν είναι μονοπρόσωπο ούτε απολύτως εξαρτημένο από ένα μόνο κέντρο εξουσίας. Έχει διαμορφωθεί μέσα σε δεκαετίες κυρώσεων, εξωτερικής πίεσης και στρατιωτικών απειλών, με αποτέλεσμα να διαθέτει μηχανισμούς ανθεκτικότητας και εφεδρικές δομές διοίκησης. Η στρατηγική «αποκεφαλισμού» μάλιστα ίσως δυσχερανε την αποκλιμάκωση, καθώς εξαφανίσε τους δυνητικούς συνομιλητές και ενισχύσε τη συνοχή των πιο σκληρών κύκλων. Η μεταβίβαση μεγαλύτερης αυτονομίας σε τοπικούς στρατιωτικούς διοικητές δημιουργεί συνθήκες διάχυτου και λιγότερο ελέγξιμου πολέμου, όπου η κλιμάκωση μπορεί να προκύψει ταχύτερα και πιο απρόβλεπτα.

Οι επιθέσεις εναντίον πολιτικών στόχων και οι απώλειες αμάχων αυτό που αναμένεται να “δώσουν ” είναι να ενισχύσουν τη συσπείρωση γύρω από την κρατική υπόσταση. Η πιθανότητα εσωτερικής ανατροπής, υπό αυτές τις συνθήκες, μάλλον είναι περιορισμένη. Αντίθετα, ενδεχόμενη κοινωνική έκρηξη θα μπορούσε να στραφεί εναντίον κάθε υποχωρητικής γραμμής και όχι υπέρ της συνθηκολόγησης.

Η στρατηγική των ΗΠΑ και του Ισραήλ, οδηγείται με αυτο τον τρόπο σε βαθύτερη εμπλοκή. Εφόσον ο κεραυνοβόλος πόλεμος δεν επέφερε το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, η σύγκρουση τείνει να παραταθεί, με εντατικοποίηση αεροναυτικών επιχειρήσεων και πιθανή εξέταση χερσαίας εμπλοκής. Μια τέτοια προοπτική θεωρείται εξαιρετικά επικίνδυνη, τόσο λόγω των πιθανών απωλειών όσο και λόγω της γεωγραφικής και πληθυσμιακής κλίμακας του Ιράν, που καθιστά κάθε εισβολή δυνητικά μακροχρόνια και φθοροποιό.

Η λογική της φθοράς (war of attrition)

Η ανάλυση περί εξάντλησης αποθεμάτων, κόστους αεράμυνας και ασύμμετρης πίεσης έχει στρατηγική βάση. Οι πόλεμοι φθοράς συχνά μετατρέπουν την τεχνολογική υπεροχή σε οικονομικό βάρος.

Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στον παράγοντα της στρατιωτικής φθοράς. Το Ιράν φέρεται να επιδιώκει συστηματική πίεση στις αμερικανικές βάσεις στον Κόλπο, με στόχο την εξάντληση των αποθεμάτων αντιαεροπορικών συστημάτων και την αύξηση του πολιτικού κόστους για τις ΗΠΑ. Η δυσαναλογία κόστους μεταξύ ακριβών αμυντικών πυραύλων και φθηνών μη επανδρωμένων αεροσκαφών είναι ένδειξη στρατηγικής φθοράς. Παράλληλα, η υπεράσπιση των βάσεων δυσχεραίνεται, ενώ η πιθανότητα κορεσμού των συστημάτων αεράμυνας αυξάνει την αβεβαιότητα.

Η τεχνολογική υπεροχή μπορει και να μην εγγυάται απόλυτη επιχειρησιακή κυριαρχία. Σε περιβάλλον κορεσμού από πυραύλους, drones, ηλεκτρονικές παρεμβολές και αντικρουόμενες πληροφορίες, ακόμη και οι πλέον προηγμένοι στρατοί αντιμετωπίζουν κινδύνους σφαλμάτων και απωλειών.

Η προοπτική χερσαίας εισβολής συνεπάγεται υψηλό ανθρώπινο και πολιτικό κόστος. Παράλληλα, καταγράφονται επαφές με κουρδικούς παράγοντες, οι οποίες ερμηνεύονται ως διερεύνηση σεναρίων αποσταθεροποίησης περιφερειακών περιοχών του Ιράν. Όμως οι κουρδικές δυνάμεις είναι κατακερματισμένες και δεσμευμένες από πολύπλοκες περιφερειακές ισορροπίες, γεγονός που καθιστά αβέβαιη μια συντονισμένη χερσαία κινητοποίηση.

Ενα ανησυχητικό ερώτημα είναι για πόσο διάστημα ένα κράτος που αντιμετωπίζει υπαρξιακή απειλή θα παραμένει χωρίς πυρηνική αποτροπή. Η παρατεταμένη πίεση ενδέχεται να ενισχύσει τα επιχειρήματα υπέρ της απόκτησης τέτοιων όπλων.

Αρα λοιπόν ο πόλεμος δεν εξελίσσεται σε μια γρήγορη και καθαρή στρατιωτική επιχείρηση γιατί συνεχίζεται σε μια διαδικασία αμοιβαίας φθοράς με αβέβαιη έκβαση και κίνδυνο γενικευμένης κλιμάκωσης. Η αρχική στρατηγική υπεροχής μετατρέπεται σε παρατεταμένη σύγκρουση, με αυξανόμενο κόστος, αβέβαιες πολιτικές συνέπειες και πιθανότητα ευρύτερης αποσταθεροποίησης.

Η εμπειρία του Ιράκ λειτουργεί ως σαφής υπενθύμιση ότι η αποδόμηση ενός καθεστώτος χωρίς σαφές σχέδιο για την επόμενη ημέρα μπορεί να οδηγήσει σε χάος αντί για εκδημοκρατισμό. Επιπλέον, η εξωτερική επίθεση συχνά παράγει το αντίθετο αποτέλεσμα από το επιδιωκόμενο: ενισχύει τον εθνικισμό και συσπειρώνει την κοινωνία γύρω από την κρατική ηγεσία, ακόμη κι αν αυτή είναι αντιδημοφιλής.

Το Ιράν παραμένει κρίσιμος παράγοντας στην παγκόσμια αγορά ενέργειας

Η ένταση επηρεάζει τις τιμές του πετρελαίου και, κατ’ επέκταση, τις κοινωνικές και πολιτικές ισορροπίες στις δυτικές δημοκρατίες. Η παγκόσμια οικονομία, λειτουργεί ως αόρατος ρυθμιστής της γεωπολιτικής έντασης. Ας πούμε η άνοδος των τιμών καυσίμων μετατρέπεται σε τι άλλο παρά σε πολιτικό κόστος για κυβερνήσεις που καλούνται να διαχειριστούν εσωτερικές πιέσεις.

Μπορεί άραγε η εξωτερική πίεση να δημιουργήσει βιώσιμους δημοκρατικούς θεσμούς; Θα πρέπει να αναγνωρισουμε ότι η επιθυμία για περισσότερη ελευθερία στο Ιράν είναι πραγματική, όπως όταν χώρες που αντιμετωπίζουν δικές τους θεσμικές κρίσεις εμφανίζονται ως φορείς δημοκρατικής αποστολής. Η ηθική διάσταση της παρέμβασης δεν είναι, απλή και σίγουρα δεν είναι απαλλαγμένη από υποκρισία.

Υπαρχουν 4 σενάρια για την επόμενη μέρα…μια ελεγχόμενη μεταρρύθμιση εκ των έσω, μια βίαιη αποσταθεροποίηση, μια εθνικιστική σκλήρυνση του καθεστώτος ή μια παρατεταμένη περίοδος χαμηλής αλλά διαρκούς αστάθειας. Η υπερβολική βεβαιότητα αποτελεί το μεγαλύτερο σφάλμα ανάλυσης.

Εμφαση ναι στη δυναμική της κοινωνίας αλλά δεν μπορει με κανένα τρόπο να υποτιμηθει η σκληρότητα των μηχανισμών εξουσίας.

Το βασικό το μήνυμα είναι ότι το Ιράν βρίσκεται σε ιστορικό σταυροδρόμι και το αποτέλεσμα δεν θα καθοριστεί από έναν μόνο παράγοντα, αλλά από τη σύνθετη αλληλεπίδραση κοινωνίας, καθεστώτος, διεθνούς πίεσης και παγκόσμιας οικονομίας.