«Κατεχόμενα: Παράδεισος εγκληματιών». Ένας βαρύγδουπος τίτλος που ακούγεται συχνά για τα κατεχόμενα, και υιοθετείται χωρίς ιδιαίτερη σκέψη. Νομικά, όμως, η εικόνα είναι λιγότερο εντυπωσιακή και σαφώς πιο σύνθετη.

Αν προσεγγίσει κανείς το ζήτημα μέσα από το Δίκαιο της Έκδοσης και τη διεθνή αστυνομική συνεργασία, το πρόβλημα δεν είναι ότι υπάρχει ένα «καταφύγιο». Είναι ότι υπάρχει ένα σύστημα που δεν εντάσσεται σε κανένα ευρύτερο σύστημα. Με άλλα λόγια, ένα κενό.

Τα κατεχόμενα λειτουργούν εκτός της διεθνούς αρχιτεκτονικής επιβολής του νόμου. Δεν υπάρχει συμμετοχή σε μηχανισμούς όπως η INTERPOL, ούτε συστηματικός έλεγχος έναντι Ερυθρών Αγγελιών. Αυτό σημαίνει ότι το πιο βασικό επίπεδο εντοπισμού απουσιάζει ήδη από το σημείο εισόδου.

Η έλλειψη αυτή αποκτά άμεσα νομική διάσταση. Χωρίς διεθνή αναγνώριση, δεν μπορούν να συναφθούν συμφωνίες έκδοσης ή αμοιβαίας δικαστικής συνδρομής. Δεν υπάρχουν θεσμοθετημένα κανάλια συνεργασίας. Έτσι, ακόμη και όταν υπάρχει πληροφορία για την παρουσία ενός φυγόδικου, δεν υπάρχει πάντοτε ο μηχανισμός για να μετατραπεί σε πράξη.

Από αυτό προκύπτει ένα ιδιότυπο παράδοξο: η Κυπριακή Δημοκρατία διαθέτει τη νομική αρμοδιότητα, αλλά όχι την πρακτική δυνατότητα άσκησής της. Στη λεγόμενη «ΤΔΒΚ», αντιθέτως, ασκείται έλεγχος χωρίς διεθνή νομική θεμελίωση. Και μεταξύ των δύο, καμία θεσμική γέφυρα.

Ελλείψει νομικών πλαισίων, η επιβολή μετατοπίζεται στη σφαίρα της πολιτικής και της διπλωματίας. Οι προσπάθειες εντοπισμού ή επιστροφής φυγοδίκων εκδηλώνονται συνήθως μέσω της Τουρκίας. Αυτό εισάγει στοιχεία διακριτικής ευχέρειας και ασυνέχειας και όχι με όρους προβλεψιμότητας.

Η προσέγγιση του Ηνωμένου Βασιλείου είναι ενδεικτική αυτής της πραγματικότητας. Παρά την απουσία θεσμοθετημένης διαδικασίας έκδοσης, έχουν κατά καιρούς επιτευχθεί μορφές συνεργασίας. Το Ανώτατο Δικαστήριο του Ηνωμένου Βασιλείου, έχει, μάλιστα, διευκρινίσει

ότι τέτοιου είδους συνεργασία με τις αρχές της λεγόμενης «ΤΔΒΚ» δεν συνιστά πράξη αναγνώρισης, διαχωρίζοντας ρητά τη λειτουργία της ποινικής δικαιοσύνης από ζητήματα εξωτερικής πολιτικής. Με άλλα λόγια, η πρακτική βρίσκει διόδους ακόμη και εκεί όπου το δίκαιο δεν παρέχει σαφές πλαίσιο.

Μπορεί, λοιπόν, να γίνει λόγος για «ασφαλές καταφύγιο»;

Η απάντηση δεν είναι μονοσήμαντη. Είναι, αλήθεια, ότι η απουσία θεσμικών μηχανισμών και η περιορισμένη ιχνηλασιμότητα διαμορφώνουν ένα περιβάλλον στο οποίο ο εντοπισμός μπορεί να καθυστερήσει και η επιβολή να καταστεί δυσχερέστερη. Υπό αυτή την έννοια, η περιοχή δύναται, σε πρακτικό επίπεδο, να λειτουργεί ως ένα de facto καταφύγιο ασφαλείας. Είναι, όμως, “ασφαλές”;

Η εξέλιξη της πρακτικής τα τελευταία δέκα χρόνια υποδεικνύει το αντίθετο. Παρατηρείται μια σαφής στροφή προς άτυπες μορφές συνεργασίας με ξένες αρχές επιβολής του νόμου. Η απουσία επίσημων διαδικασιών έκδοσης δεν συνεπάγεται κατ’ ανάγκην απουσία παράδοσης· απλώς μεταβάλλει τον χαρακτήρα της: από μια αυστηρά νομικά ρυθμισμένη διαδικασία σε μια πιο ευέλικτη, αλλά και λιγότερο προβλέψιμη, πρακτική με έντονα πολιτικά χαρακτηριστικά.

Υπό το πρίσμα αυτό, η πιο ακριβής προσέγγιση είναι ότι η λεγόμενη «ΤΔΒΚ» μπορεί να λειτουργεί ως καταφύγιο ασφαλείας [συγκυριακής φύσεως], και όχι ως ασφαλές καταφύγιο [μόνιμων εγγυήσεων].

*Δικηγόρος