Στην πολιτική επιστήμη υπάρχει ένα ρητό που λέει ότι «η πολιτική της καθημερινότητας είναι η μόνη πολιτική που αξίζει». Σύμφωνα με αυτή τη σχολή σκέψης, η πολιτική αποκτά νόημα όταν παράγει λύσεις σε εκείνα τα καθημερινά προβλήματα του κόσμου τα οποία βιώνει για τρεις συνεχόμενες ημέρες. Όχι απαραίτητα μεγάλες μεταρρυθμίσεις, δηλαδή, αλλά με παρεμβάσεις στα θέματα της ρουτίνας. Σε μια εποχή όπου ο δημόσιος διάλογος συχνά εξαντλείται σε ιδεολογικές αντιπαραθέσεις χωρίς ουσία, αξίζει να επαναφέρουμε τη συζήτηση εκεί που πραγματικά ανήκει: στην καθημερινότητα των πολιτών.

Αυτός είναι ο δρόμος που επιλέγω συνειδητά εδώ και μια κοινοβουλευτική θητεία. Με προτάσεις που είτε έχουν ήδη υιοθετηθεί, είτε βρίσκονται υπό εξέταση, με παρεμβάσεις που ξεκινούν από πραγματικές ανάγκες και όχι από επικοινωνιακές σκοπιμότητες. Εξάλλου, η πολιτική δεν είναι αγώνας εντυπώσεων, αλλά ευθύνη αποτελέσματος.

Δυστυχώς, όμως, βλέπουμε ολοένα και περισσότερο μια διαφορετική τάση να ενισχύεται. Νέοι άνθρωποι εισέρχονται στην πολιτική όχι για να χτίσουν, αλλά για να αποδομήσουν. Επιλέγουν την εύκολη οδό της ισοπέδωσης, της απλούστευσης, της γενίκευσης και της άρνησης, χωρίς να καταθέτουν συγκεκριμένες προτάσεις. Σπαταλούν το επικοινωνιακό τους προφίλ και την πολιτική τους σκέψη αντί να τα μεταφράσουν σε συγκεκριμένες προτάσεις που βελτιώνουν τη ζωή των ανθρώπων. Πρόκειται για μια στάση που, αντί να ανανεώνει την πολιτική, την αποδυναμώνει.

Υπάρχει, λοιπόν, ένα κενό μεταξύ προσδοκιών των πολιτών και της δράσης των πολιτικών. Αυτό το κενό γεννά τον λαϊκισμό – αριστερόστροφο και δεξιόστροφο. Αυτό το κενό τροφοδοτεί τον αντισυστημισμό, ο οποίος παρουσιάζεται ως λύση, αλλά στην πράξη οδηγεί σε αδιέξοδα. Και το έχουμε ήδη δει: άνθρωποι, χωρίς σαφές σχέδιο ή επεξεργασμένες θέσεις, καταλαμβάνουν θέσεις ευθύνης – στα εθνικά κοινοβούλια, στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, ακόμη και στα ανώτατα αξιώματα σε παγκόσμιο επίπεδο.

Αυτό είναι το νέο πεδίο της πολιτικής. Και μέσα σε αυτό το πεδίο, η ευθύνη όσων πιστεύουμε στη σοβαρότητα και την τεκμηρίωση είναι ακόμη μεγαλύτερη.

Χρειαζόμαστε μια διαφορετική προσέγγιση. Μια πολιτική πιο κοντά στον πολίτη. Πιο απλή στη διατύπωσή της, αλλά πιο ουσιαστική στο περιεχόμενό της. Μια πολιτική που δεν φοβάται τα μικρά και καθημερινά ζητήματα. Είναι αυτά, εξάλλου, τα μικρά και καθημερινά που όταν συνδυαστούν, συνθέτουν το μεγάλο μωσαϊκό της ζωής μας.

Η ασφάλεια στη γειτονιά, η βιώσιμη και ευχάριστη μετακίνηση εντός και εκτός πόλης, η ποιοτική εργασία μας, η ισορροπία επαγγελματικής και οικογενειακής ζωής, η στήριξη της νέας οικογένειας, ο τρόπος που μεγαλώνουμε τα παιδιά μας, η ποιότητα και η διαφάνεια των δημόσιων υπηρεσιών, αποτελούν τον πυρήναμιας σύγχρονης πολιτικής αντίληψης.Με γνώμονα τα παραπάνω κινήθηκα στην πρώτη μου κοινοβουλευτική θητεία και αυτό σκοπεύω να κάνω και στη δεύτερη, με ακόμη μεγαλύτερη έμφαση. Οι προτάσεις για έναν νόμο-ομπρέλα για το κυκλοφοριακό, για την ασφάλεια των παιδιών μας στο διαδίκτυο, για τη θεσμοθέτηση της δωρεάν προληπτικής παιδιατρικής για όλες και όλους στην Κύπρο, για ένα κράτος πρόνοιας για την τρίτη ηλικία, είναι μερικά μόνο από τα σημεία της καθημερινότητας των συμπολιτών μας, όλων των ηλικιών, που έχουν ήδη κατατεθεί και επιτευχθεί σε μεγάλο βαθμό. Πλέον, σειρά έχει η εφαρμογή τους, η ολοκλήρωση των εκκρεμοτήτων και η κατάθεση νέων προτάσεων για ακόμη μεγαλύτερη βελτίωση της καθημερινότητας του κόσμου.

Το ζητούμενο δεν είναι να φωνάζουμε περισσότερο. Είναι να ακούμε καλύτερα. Να σχεδιάζουμε με βάση τα δεδομένα και τις ανάγκες της κοινωνίας. Να μετράμε το αποτέλεσμα και να λογοδοτούμε γι’ αυτό.Αν θέλουμε να αποκαταστήσουμε την εμπιστοσύνη των πολιτών στην πολιτική, μπορούμε να το κάνουμε χωρίς εντάσεις και συνθήματα, αλλά με πρόγραμμα και σκληρή δουλειά.

Αυτό, εκτός από επιλογή, σύντομα θα είναι αναγκαιότητα για την επιβίωση του πολιτικού συστήματος.

*Βουλεύτρια Λεμεσού.