Πάρα πολύ ανησυχητικά είναι τα δημοσιεύματα για τις σκέψεις της κυβέρνησης Χριστοδουλίδη στην επικείμενη μεταρρύθμιση των Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Με άρθρο του, ο αρχισυντάκτης της εφημερίδας «Ο Φιλελεύθερος» κ. Α. Μιχαηλίδης, στις 21 Φεβρουαρίου, αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι η κυβέρνηση Χριστοδουλίδη σχεδιάζει η κατώτατη σύνταξη να φθάσει τα 724 ευρώ, όμως το κόστος θα το επωμισθούν όσοι παίρνουν σύνταξη πάνω από 1.700 ευρώ. Δυστυχώς, μέχρι σήμερα αυτές οι πληροφορίες δεν διαψεύσθηκαν. Ελπίζω και εύχομαι αυτές οι σκέψεις να μη ισχύουν και εάν ισχύουν η κυβέρνηση να κάνει δεύτερες σοφότερες σκέψεις, γιατί πρέπει να γνωρίζει ότι η έντονη αντίδραση των συνταξιούχων και όχι μόνο είναι δεδομένη.

Οι συνταξιούχοι του ΤΚΑ των 1.700 και 2.000 δεν είναι προνομιούχοι για να επωμισθούν το κόστος της αύξησης της κατώτατης σύνταξης. Προνομιούχοι είναι τα μέλη της κυβέρνησης Χριστοδουλίδη που παίρνουν μισθούς και συντάξεις και όλοι όσοι παίρνουν τρεις και τέσσερεις συντάξεις, όμως και αυτοί δεν πρέπει να επωμισθούν το κόστος.

Το κόστος της αύξησης των ωφελημάτων του Ταμείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων πρέπει να προέλθει από τα αποθέματα του Ταμείου και την καλύτερη αξιοποίηση τους, καθώς και το πλεόνασμα, που σύμφωνα με τα υπολογιζόμενα έσοδα και έξοδα του 2026, ανέρχεται στο 1.026.700.000 ευρώ.
Όπως τόνισα και σε προηγούμενο άρθρο μου (δημοσιεύτηκε στις 11/7/2025) η μεταρρύθμιση των Κοινωνικών Ασφαλίσεων έπρεπε να έχει γίνει προ πολλού. «Κάλλιο αργά παρά ποτέ». Όμως, η μεταρρύθμιση πρέπει να γίνει με σύνεση και υπευθυνότητα με στόχο την άρση της αδικίας και των στρεβλώσεων που εντοπίσθηκαν στη 45χρονη λειτουργία του αναλογικού σχεδίου.

Στη μεταρρύθμιση του 1980 και την εισαγωγή του αναλογικού, έλαβα ενεργό μέρος και θεωρώ δικαίωμα και υποχρέωσή μου να υποβάλω δημόσια τις εισηγήσεις και προβληματισμούς μου στην επικείμενη μεταρρύθμιση που συζητείται τώρα, που είναι:

Α) Να καταργηθεί ο θεσμός του ανώτατου ποσού των ασφαλιστέων αποδοχών και οι εισφορές να υπολογίζονται στο σύνολο των εισοδημάτων, όπως ισχύει και στις εισφορές στο ΓεΣΥ.

Β) Τα τεκμαρτά εισοδήματα που σήμερα ισχύουν για όλους τους αυτοτελώς εργαζόμενους, να ισχύουν μόνο για όσους δεν έχουν φορολογικό φάκελο. Σε αυτούς που έχουν φάκελο, οι εισφορές τους να είναι σύμφωνα με τη φορολογική τους δήλωση.

Το αποτέλεσμα των πιο πάνω θα είναι όχι μόνο η αύξηση των εισοδημάτων του ΤΚΑ, αλλά και η αύξηση των συντάξεων και η μείωση των χαμηλοσυνταξιούχων.

Γ) Η βασική σύνταξη να ισούται με τα 2/3 του εκάστοτε κατώτατου μισθού, ο οποίος θα πρέπει να αυξάνεται κάθε χρόνο, λαμβάνοντας σαν βάση τον πληθωρισμό και την αύξηση των μισθών. Είναι αδιανόητο, οι εργαζόμενοι στον ευρύτερο δημόσιο τομέα και αυτοί του ιδιωτικού τομέα που καλύπτονται από συμβάσεις, να παίρνουν κάθε χρόνο τιμάριθμο και αύξηση, ενώ όσοι καλύπτονται από τον κατώτατο μισθό να περιμένουν δύο χρόνια.

Δ) Ασφαλισμένοι του ΤΚΑ, όταν έχουν εισφορές 33 και 1/3 χρόνια (1.733 εβδομαδιαίες εισφορές) –αυτό ισχύει για τις συντάξεις στο δημόσιο– να δικαιούνται όλη τη βασική σύνταξη και για κάθε 52 εβδομαδιαίες εισφορές λιγότερες η μείωση να είναι 2%.

Ε) Το 12% δεν πρέπει να καταργηθεί γιατί, αυτοί που αποφασίζουν να πάρουν σύνταξη στο 63 έτος της ηλικίας τους όχι μόνο αφαιρούν εισοδήματα του Ταμείου μη πληρώνοντας εισφορές, αλλά το επιβαρύνουν 2 χρόνια περισσότερο από αυτούς που θα πάρουν σύνταξη στο 65 έτος της ηλικίας τους.

Η λύση είναι η σταδιακή μείωση του 12%, για παράδειγμα 3% σε κάθε 3 χρόνια.

  • Τέως γενικός γραμματέας ΣΕΚ