Με τις διαστάσεις που λαμβάνει η υπόθεση Σάντη, καθίσταται αναγκαίο να ξεκαθαριστούν ορισμένα βασικά ζητήματα. Όχι μόνο ως προς το περιεχόμενο των καταγγελιών, αλλά κυρίως ως προς τον τρόπο με τον οποίο οι θεσμοί αντιδρούν. Διότι στο τέλος της ημέρας, αυτό που διακυβεύεται δεν είναι μόνο η αλήθεια μιας υπόθεσης, αλλά η ίδια η εμπιστοσύνη των πολιτών προς τη Δικαιοσύνη.
Οι δημοσιεύσεις του Μακάριου Δρουσιώτη άνοιξαν ένα σοβαρό κεφάλαιο. Η ερευνητική δημοσιογραφία αποτελεί αναπόσπαστο πυλώνα της δημοκρατίας και δεν μπορεί να λειτουργεί υπό καθεστώς φόβου ή σιωπής. Όταν εγείρονται ζητήματα που αγγίζουν θεσμούς, η διερεύνησή τους δεν είναι επιλογή — είναι υποχρέωση.
Ωστόσο, η ευθύνη δεν σταματά στη δημοσιοποίηση. Ο τρόπος και ο χρόνος με τον οποίο δημοσιοποιείται ένα τόσο ευαίσθητο υλικό έχουν εξίσου μεγάλη σημασία. Όταν πρόκειται για πληροφορίες που δεν έχουν ακόμη επιβεβαιωθεί πλήρως ή των οποίων η αυθεντικότητα αμφισβητείται, η απευθείας έκθεσή τους στη δημόσια σφαίρα — ιδίως με αναφορά σε συγκεκριμένα πρόσωπα — δημιουργεί σοβαρούς κινδύνους.
Το πρόβλημα δεν είναι η δημοσιοποίηση.
Το πρόβλημα είναι όταν η δημοσιοποίηση προηγείται της επαλήθευσης, όταν η δημόσια κατακραυγή προηγείται της έρευνας και όταν η κοινωνία “δικάζει” πριν τα δικαστήρια. Και την ίδια στιγμή, η επίσημη έρευνα φαίνεται να κινείται με αργούς ή άνισους ρυθμούς.
Αυτό δημιουργεί ένα επικίνδυνο κενό: ούτε πλήρης διαφάνεια, ούτε πλήρης προστασία δικαιωμάτων.
Σε αυτό το πλαίσιο, οι τοποθετήσεις του Νικόλα Τορναρίτη, ανεξάρτητα από την ένταση της διατύπωσής τους, αναδεικνύουν μια υπαρκτή ανησυχία: ότι η ανεξέλεγκτη αναπαραγωγή ισχυρισμών μπορεί να οδηγήσει σε στοχοποίηση προσώπων και σε καταστάσεις που ξεφεύγουν από τα όρια της θεσμικής λειτουργίας.
Παράλληλα, δεν μπορεί να αγνοηθεί το γεγονός ότι πρόσωπα των οποίων τα ονόματα εμφανίζονται στο επίμαχο υλικό ενδέχεται να βρεθούν εκτεθειμένα στη δημόσια σφαίρα, χωρίς να έχει προηγηθεί οποιαδήποτε δικαστική κρίση ή επαλήθευση των στοιχείων. Το τεκμήριο της αθωότητας δεν είναι τυπική αρχή — είναι θεμέλιο της δικαιοσύνης.
Μέσα σε αυτή την εξίσου λεπτή εξίσωση, αξίζει να επισημανθεί η στάση του δικηγόρου Νίκου Κληρίδη. Από τα ίδια τα δεδομένα προκύπτει ότι είχε στην κατοχή του το υλικό για σημαντικό χρονικό διάστημα, χωρίς να σπεύσει να το δημοσιοποιήσει, για τους λόγους που ο ίδιος εξήγησε, εκφράζοντας παράλληλα και τη διαφωνία του ως προς τον τρόπο με τον οποίο αυτό τελικά δημοσιοποιήθηκε από τον Μακάριο Δρουσιώτη. Η επιλογή αυτή δεν ήταν τυχαία — ήταν συνειδητή στάση ευθύνης, που αντανακλά τον σεβασμό στη σοβαρότητα του περιεχομένου και στις πιθανές συνέπειες της δημοσιοποίησής του.
Αυτό από μόνο του αναδεικνύει μια ουσιώδη διάκριση: άλλο η κατοχή ή αξιολόγηση ευαίσθητου υλικού και άλλο η άμεση δημοσιοποίησή του χωρίς να έχει προηγηθεί πλήρης διερεύνηση.
Η υπόθεση Σάντη δεν πρέπει να γίνει ούτε άλλοθι για συγκάλυψη ούτε εργαλείο δημόσιας διαπόμπευσης. Αντιθέτως, πρέπει να αποτελέσει ένα πραγματικό τεστ ωριμότητας για τους θεσμούς.
Οι αρχές οφείλουν να κινηθούν άμεσα, αποτελεσματικά και ισόρροπα — προς όλες τις κατευθύνσεις. Οποιαδήποτε εικόνα επιλεκτικής αντιμετώπισης ή καθυστέρησης ενισχύει την ήδη εύθραυστη εμπιστοσύνη της κοινωνίας.
Η ελευθερία του λόγου δεν είναι απόλυτη χωρίς ευθύνη. Και η προστασία της φήμης δεν μπορεί να λειτουργεί ως φίμωση της αλήθειας.
Η δημοκρατία απαιτεί και τα δύο: να αποκαλύπτουμε — αλλά και να προστατεύουμε.
Γιατί στο τέλος, δεν κρίνεται μόνο η αλήθεια μιας υπόθεσης. Κρίνεται η ίδια η αξιοπιστία της Δικαιοσύνης.
*Δικηγόρος