Η εύθραυστη εκεχειρία μεταξύ ΗΠΑ-Ισραήλ και Ιράν, μετά τον 38ήμερο νέο πόλεμο εναντίον του θεοκρατικού καθεστώτος της Τεχεράνης, ήδη δοκιμάζεται στην πράξη: Συνομιλίες που ξεκίνησαν στην πρωτεύουσα του Πακιστάν, Ισλαμαμπάντ, οδηγήθηκαν σε ναυάγιο. Ένα είναι δεδομένο: Κανείς από τους εμπλακέντες δεν δικαιούται να πανηγυρίζει.
Είναι εμφανές ότι ο Πρόεδρος Τραμπ υποτίμησε το Ιράν. Μπορεί ο πλανητάρχης να ισχυρίζεται ότι κατέστρεψε τους βαλλιστικούς πυραύλους, το Ναυτικό και την Αεροπορία του, αλλά το κράτος των αγιατολλάδων, που αφέθηκε ανεξέλεγκτο για τέσσερεις και πλέον δεκαετίες, αποδείχτηκε ικανότατο σε διοικητική και στρατιωτική μετάλλαξη και πρόνοια.
Οι πομπώδεις διακηρύξεις του Τραμπ, ότι ο νέος πόλεμος θα προκαλούσε αλλαγή καθεστώτος, αποδείχτηκαν ανεδαφικές. Μετά τη σφαγή σε ένα διήμερο πέραν των 40.000 (άλλοι υποστηρίζουν ότι πρόκειται για 50.000) αντικαθεστωτικών, το ιρανικό καθεστώς επέβαλε απίστευτη φίμωση και τρομοκρατία. Όσοι τολμούσαν να υποστηρίξουν τον πόλεμο εναντίον της χώρας θεωρούνταν αυτόματα προδότες και εκτελούνταν με συνοπτικές διαδικασίες.
Το σπουδαιότερο δεδομένο είναι ότι το Ιράν άντεξε την πίεση της υπερδύναμης, αντιστάθηκε στη διπλή επίθεση ΗΠΑ-Ισραήλ και δεν υπέκυψε τόσο γρήγορα όσο πρόσμενε ο Αμερικανός Πρόεδρος.
Αντίθετα, παρά την καρατόμηση της ηγετικής πυραμίδας και την ανάδυση σκληροπυρηνικών, η Τεχεράνη ήταν περισσότερο αδιάλλακτη σε οποιαδήποτε απειλή ή εκβιασμό του Τραμπ, ακόμα και όταν ισχυρίστηκε ότι θα κάνει σκόνη έναν ολόκληρο πολιτισμό.
Ο Αμερικανός Πρόεδρος είναι ωμός στις επιδιώξεις του: Απαιτεί να ελέγξει και να εκμεταλλεύεται τα πλουσιότατα κοιτάσματα πετρελαίου του Ιράν και ειδικά τα Στενά του Ορμούζ, απ’ όπου διέρχεται το 20% και πλέον του πετρελαίου που αιμοδοτεί την παγκόσμια οικονομία. Το κλείσιμό τους ήδη την στραγγαλίζει.
Αν κρίνουμε από τους όρους που το Ιράν έθεσε για την εκεχειρία και πιθανή σύναψη ειρήνης, ούτε και αυτός ο στόχος των ΗΠΑ επιτυγχάνεται. Είναι τόσα τα αντικρουόμενα σημεία μεταξύ των εμπολέμων, ώστε είναι αμφίβολο αν θα καταλήξουν σε μια ειρήνη των προθύμων, που να μπορεί ν’ αντέξει.
Από την άλλη, ο Ισραηλινός Πρωθυπουργός Νετανιάχου επιδίωκε, πρώτον, να εξουθενώσει την ηγετική πυραμίδα του Ιράν. Το πέτυχε εν πολλοίς αλλά αναδύθηκαν νέοι, σκληρότεροι ηγήτορες. Δεύτερον, να διαλύσει την πυρηνική απειλή κατά του κράτους του. Τρίτον, να επιτύχει αλλαγή καθεστώτος αποδεκτού από τον ιρανικό λαό και, φυσικά, το Ισραήλ και τις ΗΠΑ.
Ο ευρύτερος στόχος είναι όπως αναδιαμορφωθεί και η Μέση Ανατολή, με αλλαγή ισοζυγίων δυνάμεων, ανανεωθεί η προσπάθεια για τις Συμφωνίες του Αβραάμ και το Ιράν να μην αποτελεί πλέον απειλή για το Ισραήλ και για τα κράτη της περιοχής.
Η αντίσταση της Τεχεράνης και οι πυραυλικές επιθέσεις εναντίον γειτονικών χωρών και αμερικανικών Βάσεων, ο έλεγχος των Στενών του Ορμούζ από τους Φρουρούς της Επανάστασης και η ανθεκτικότητα του καθεστώτος διέψευσαν εν πολλοίς τις προσδοκίες και τους στόχους ΗΠΑ και Ισραήλ.
Επιβεβαιώθηκε ότι το Ιράν δεν είναι ούτε το Ιράκ ούτε το Αφγανιστάν αφού, παρά τα συντριπτικά πλήγματα, κινητοποίησε τη Χεζμπολάχ στον Λίβανο και άνοιξε ξανά νέο μέτωπο πολέμου για το Ισραήλ, τους Χούθι στον νότο και τρομοκρατικές οργανώσεις στο Ιράκ. Μέσα σε αυτό το δραματικά διαρκώς μεταβαλλόμενο περιβάλλον βρίσκονται η Ελλάδα και η Κύπρος.
Με αφορμή την επίθεση με αερόχημα εναντίον της Βάσεως Ακρωτηρίου, η Αθήνα αντέδρασε τάχιστα και αποτελεσματικά, με την αποστολή δύο φρεγατών και τεσσάρων F-16, πριν αφυπνισθεί η υπνώττουσα ΕΕ. Ο Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας, Ν. Χριστοδουλίδης, σε καθημερινές σχεδόν δηλώσεις του, διαβεβαιώνει τους πάντες ότι η Κύπρος δεν μετέχει στον πόλεμο.
Για πολλές δεκαετίες και μετά τους αλλεπάλληλους αραβοϊσραηλινούς πολέμους, η Αν. Μεσόγειος εθεωρείτο ως περιφέρεια της Μ. Ανατολής.
Ο 38ήμερος πόλεμος εναντίον του Ιράν άλλαξε τα δεδομένα αφού οι ΗΠΑ και το Ισραήλ, εκ των πραγμάτων, ενέταξαν τις δύο χώρες, άτυπα, στους πολεμικούς σχεδιασμούς των. Με τη συμμετοχή χωρών του ΝΑΤΟ που παρείχαν ποικιλοτρόπως βοήθεια στις ΗΠΑ και στο Ισραήλ.
Ουσιαστικά, η Ελλάδα και η Κύπρος κατέστησαν η ραχοκοκκαλιά των στρατιωτικών επιχειρήσεων των ΗΠΑ και του Ισραήλ. Ο σημαντικότερος λόγος είναι ότι ανταποκρίθηκαν με αξιοπιστία σε συμβατικές, συμμαχικές και άλλες υποχρεώσεις τους και απέδειξαν ότι είναι σοβαροί συνεργάτες, πράγμα που εκτιμήθηκε από τις ΗΠΑ και το Ισραήλ, όταν χώρες-μέλη τού ΝΑΤΟ αρνήθηκαν διευκολύνσεις ή παροχή βοήθειας.
Ενδεικτική είναι εκτενής ανάλυση που δημοσιεύτηκε από το The Jewish Institute for National Security of America (JINSA), μια εβραϊκή δεξαμενή σκέψης που δραστηριοποιείται στις ΗΠΑ. Με τίτλο: «Greece and Cyprus in the War Against Iran» (6/4/2026), ο συγγραφέας της ανάλυσης, Jonah Brody, υποστηρίζει ότι το Ισραήλ ενέταξε τις δύο χώρες στους πολεμικούς σχεδιασμούς του.
Είναι γνωστές οι πολύ στενές σχέσεις του Ισραήλ με την Ελλάδα και την Κύπρο σε όλους τους τομείς και ειδικά σε θέματα άμυνας, ασφάλειας και τρομοκρατίας. Ο συγγραφέας της ανάλυσης επισημαίνει πως η αρχιτεκτονική ασφάλειας στην περιοχή δεν είναι πλήρης, αφού δεν υπάρχει ένα αμερικανικό στρατηγικό πλαίσιο που να κεφαλαιοποιεί και ν’ αξιοποιεί αυτήν τη συνεργασία.
Πλέον, η Αν. Μεσόγειος δεν είναι στο απυρόβλητο αλλά εντάσσεται στο πεδίο αναμέτρησης των ΗΠΑ-Ισραήλ με ένα Ιράν που τόλμησε ν’ αναμετρηθεί με την υπερδύναμη, ν’ αντέξει και να θέτει και όρους. Ο πόλεμος ΗΠΑ με την «Επική οργή» και του Ισραήλ με τον «Βρυχώμενο λέοντα» διαψεύδουν δηλώσεις και τοποθετήσεις περί μη εμπλοκής και αποχής.
Τα αποικιοκρατικά κατάλοιπα των Βρετανικών Βάσεων έθεσαν την Κύπρο στο πεδίο της αναμέτρησης στη Μέση Ανατολή. Μπορεί ο Κύπριος Πρόεδρος να δηλώνει ότι δεν είμαστε μέρος του προβλήματος.
Εκ των πραγμάτων είμαστε έμμεσα μέρος της σύγκρουσης, αφού η στρατηγική συνεργασία με τις ΗΠΑ και το Ισραήλ μάς εμπλέκουν στη μεσανατολική διελκυστίνδα.
Γιατί; Διότι αυτή η συνεργασία καθιστά την Ελλάδα και την Κύπρο στόχους του Ιράν και των τρομοκρατικών οργανώσεων που αιμοδοτεί και εξοπλίζει. Ελλάδα και Κύπρος επέλεξαν τη Δύση και ειδικά στενότατη συνεργασία με τις ΗΠΑ και το Ισραήλ, για λόγους εθνικής ασφάλειας και κρατικών συμφερόντων.
Μέσα σε ένα ασταθές και απρόβλεπτο περιβάλλον, με ένα άναρχο διεθνές σύστημα σε κατάσταση δραματικής αναδιαμόρφωσης, μια περιφερειακή σύρραξη με ασύμμετρες οικονομικές, ενεργειακές επιπτώσεις και γεωπολιτικές παρενέργειες σε θέματα ασφάλειας και μια Τουρκία καραδοκούσα, Αθήνα και Λευκωσία καλούνται να πολιτευτούν με άκρα προβλεπτικότητα, υπευθυνότητα και σοβαρότητα.