Αξιολογώντας την πολιτική της Τουρκίας έναντι της ΕΕ μπορεί να διερωτηθεί κάποιος από που πηγάζει η φιλοσοφία των συνεχών απαιτήσεων χωρίς την εκπλήρωση των δικών της υποχρεώσεων. Στη σημερινή συγκυρία, η Τουρκία απαιτεί τον εκσυγχρονισμό της συμφωνίας Τελωνειακής Ένωσης μεταξύ ΕΕ και Τουρκίας, συμμετοχή στο Πρόγραμμα SAFE καθώς και συμφωνία για τις θεωρήσεις εισόδου (VISA) Τούρκων πολιτών στην ΕΕ.
Η Τουρκία, όμως, έχει ένα βεβαρημένο μητρώο. Μεταξύ άλλων, κατέχει το βόρειο τμήμα της Κύπρου, εκτοξεύει απειλές κατά κρατών-μελών της ΕΕ, ενώ στην ίδια την Τουρκία υπάρχουν πολύ σοβαρά δημοκρατικά ελλείματα. Επιπρόσθετα, η χώρα αυτή είναι μια αναθεωρητική δύναμη. Τα ζητήματα αυτά έπρεπε να απασχολούν την ΕΕ. Παρά ταύτα, η Ένωση εν πολλοίς τα προσπερνά. Η Τουρκία αξιολογείται ως ειδική περίπτωση – και ασκεί τη δική της πολιτική ανεξάρτητα από το εάν παραβιάζεται το διεθνές δίκαιο και οι ευρωπαϊκές αρχές με λίγες ή ακόμα και χωρίς επιπτώσεις. Υπενθυμίζεται, επίσης, ότι ενώ όλες οι χώρες της ΕΕ και του ΝΑΤΟ είχαν επιβάλει κυρώσεις στη Ρωσία για την εισβολή της στην Ουκρανία, η Τουρκία αγνόησε την πολιτική των εταίρων της. Και πολλοί αξιωματούχοι δυτικών χωρών και οργανισμών τόνιζαν ότι πρέπει να επιδεικνύεται κατανόηση έναντι της Άγκυρας.
Σημειώνεται, συναφώς, ότι και ο Τ/κ ηγέτης, Τουφάν Ερχιουρμάν, ενώ απαιτεί την αναβάθμιση της βοήθειας της ΕΕ προς τους Τ/κ, την ίδια ώρα δεν επιθυμεί τη συμμετοχή της Ένωσης στο τραπέζι των συνομιλιών για το Κυπριακό. Αυτό δεν είναι η πρώτη φορά που συμβαίνει. Την ίδια στάση είχαν όλοι οι Τ/κ ηγέτες.
Είχα προ πολλού τονίσει ότι η οποιαδήποτε βοήθεια της ΕΕ προς την τ/κ κοινότητα έπρεπε να ήταν υπό προϋποθέσεις. Αυτό δεν έγινε ποτέ. Η εκάστοτε τ/κ ηγεσία αναφέρεται πάντοτε σε δικαιώματα είτε έναντι της Κυπριακής Δημοκρατίας είτε έναντι της ΕΕ. Ποτέ, όμως, σε υποχρεώσεις. Η Τουρκία, όμως, καθώς και η εκάστοτε τ/κ ηγεσία αγνοούν αυτή τη διάσταση.
Η πολιτική της ΕΕ έναντι της Τουρκίας πρέπει να επαναξιολογηθεί. Θεωρώ ότι είναι προς όφελος όλων των εμπλεκομένων μερών να ολοκληρωθεί μια στρατηγική συμφωνία. Όμως, σε οποιαδήποτε σχέση υπάρχουν δικαιώματα και υποχρεώσεις. Η τουρκική στάση είναι και εν πολλοίς απότοκη της ανοχής που έχει επιδειχθεί διαχρονικά έναντί της ανεξαρτήτως των ενεργειών της. Προ πολλού, Αθήνα και Λευκωσία έπρεπε να είχαν τοποθετηθεί ανάλογα. Έστω και τώρα, τα σωστά μηνύματα πρέπει να σταλούν προς κάθε κατεύθυνση.
Επανερχόμενος στο Κυπριακό, τονίζω ότι θα πρέπει να υπενθυμίσουμε στους Τ/κ ότι σε ένα κοινό κράτος όλοι οι πολίτες έχουν δικαιώματα αλλά και υποχρεώσεις. Εάν εμπεδωθεί αυτή η αρχή, θα έχει γίνει ένα ουσιαστικό βήμα προς την ορθή κατεύθυνση. Επιπρόσθετα, δεν μπορεί να γίνεται αποδεκτή η επιλεκτική επίκληση του Συντάγματος και των Συμφωνιών του 1960 από την τουρκική πλευρά. Τέλος, είναι καιρός να λεχθεί ότι η φιλοσοφία επίλυσης του Κυπριακού δεν μπορεί να στηριχθεί στα αποτελέσματα της τουρκικής επιδρομής του 1974, αλλά στις αρχές του ΟΗΕ, της ΕΕ καθώς και στις ανάγκες μιας σύγχρονης ευρωπαϊκής χώρας.
*Ομότιμος καθηγητής, πρόεδρος του Κυπριακού Κέντρου Ευρωπαϊκών και Διεθνών Υποθέσεων – ΠανεπιστήμιοΛευκωσίας