Μισό αιώνα μετά την εξευτελιστική καταστροφή της Εθνικής Φρουράς, κατά την τουρκική εισβολή του 1974, και την κατάληψη του βορείου τμήματος του νησιού από τις τουρκικές δυνάμεις κατοχής, εξακολουθούν σήμερα να υφίστανται σοβαρές θεσμικές αδυναμίες στη λειτουργία του Υπουργείου Άμυνας και του Γενικού Επιτελείου Εθνικής Φρουράς, που προέρχονται, κυρίως, από την αναξιοκρατική επιλογή ακατάλληλων προσώπων. Επιπλέον, η απουσία σοβαρού ελεγκτικού μηχανισμού λογοδοσίας και ανάληψης ευθύνης, σε επίπεδο εκτελεστικής και νομοθετικής εξουσίας, ενθαρρύνει τη χρόνια συνέχιση αυθαιρεσιών και τη λήψη αποφάσεων, οι οποίες υποσκάπτουν την αξιοπιστία της κυπριακής άμυνας και την επιχειρησιακή αποτελεσματικότητα της Εθνικής Φρουράς. 

Το εισαγωγικό αυτό άρθρο επικεντρώνεται στην αναγνώριση των θεσμικών παθογενειών που ταλανίζουν διαχρονικά την κυπριακή άμυνα και αποσκοπεί, πρωτίστως, στην καλλιέργεια δημιουργικού προβληματισμού εντός των υπηρεσιακών δομών της Δημοκρατίας, και, δευτερευόντως, στην ενημέρωση της φορολογούμενης κοινής γνώμης, σημαντικό τμήμα της οποίας έχει υπηρετήσει ή υπηρετεί στην Εθνική Φρουρά ως μόνιμο, συμβασιούχο, κληρωτό και επιστρατευμένο προσωπικό. 

>Τo πολιτικό σύστημα

To προβαλλόμενo ιδεολόγημα, από το εγχώριο πολιτικό σύστημα, ότι τα κόμματα αποτελούν τα κύτταρα της Δημοκρατίας – τα πραγματικά κύτταρα είναι οι πολίτες– και η συνεπακόλουθη ιδιοτελής κομματικοποίηση της Άμυνας, βλάπτουν ανεπανόρθωτα τα συμφέροντα της Κυπριακής Δημοκρατίας και, ειδικά, την αποτρεπτική της αξιοπιστία. Πριν, όμως, τη διερεύνηση του ρόλου και των ευθυνών του πολιτικού κατεστημένου, αξίζει να εστιαστεί η προσοχή στο πρότυπο της Σιγκαπούρης. Η οποία, παρά το περιορισμένο της μέγεθος, αναδείχθηκε, στρατηγικά, σε υπόδειγμα μικρού κράτους, χάριν στον ιδρυτή της, και πρώτο πρωθυπουργό, Lee Kuan Yew, ο οποίος εφάρμοσε με αυστηρότητα και οραματισμό τον μοντέλο ΜPH: Meritocracy (Aξιοκρατία) – Pragmatism (Πραγματισμός) – Honesty (Τιμιότητα). 

Εξηγώντας τις αρχές του σιγκαπουριανού μοντέλου επιτυχίας, ο καθηγητής Kishore Mahbubani αναφέρει ότι η επιλογή των κατάλληλων προσώπων στα δημόσια αξιώματα θα πρέπει να βασίζεται αποκλειστικά στην Αξιοκρατία, δηλαδή του ικανότερου μεταξύ των πολλών. Ακολούθως, απαιτείται Πραγματισμός για τη διαχείριση των προκλήσεων και την επίλυση των προβλημάτων που αντιμετωπίζει, η δύναται να αντιμετωπίσει, μια χώρα. Ο καθηγητής αναφέρει το παράδειγμα του Κινέζου ηγέτη Deng Xiaoping, ο οποίος έλεγε ότι δεν έχει σημασία αν ένας γάτος είναι μαύρος ή άσπρος· αν ο γάτος μπορεί να αρπάξει το ποντίκι τότε είναι καλός γάτος. Ο τρίτος πυλώνας αναφέρεται στην Τιμιότητα και, ειδικά, στην καταπολέμηση της διαφθοράς. Ο πρωθυπουργός Yew απέφευγε να τιμωρεί τους κατώτερους υπαλλήλους και επικεντρωνόταν στην καταδίκη των υψηλά ιστάμενων προσώπων, οι οποίοι έφεραν την ευθύνη για την εύρυθμη λειτουργία του κρατικού μηχανισμού και την αποτελεσματικότητα των υφισταμένων τους. 

Αναμφίβολα, η Κύπρος δεν είναι Σιγκαπούρη και δεν αναμένεται, εντός των επόμενων δεκαετιών, η πολιτική ή κοινωνική της μετεξέλιξη για την υιοθέτηση του επιτυχημένου αυτού μοντέλου διακυβέρνησης. Η κοινωνική αδιαφορία και η πολιτική ανωριμότητα μεγάλου τμήματος της κυπριακής κοινωνίας, που αναδύθηκε τις τελευταίες δεκαετίες λόγω της οικονομικής ευμάρειας αλλά και άλλων παραγόντων, έχει ενθαρρύνει την ιδιοτελή κομματικοποίηση της ζωής στην χώρα σε όλα τα επίπεδα, στη βάση προσωπικών και πολιτικών συμφερόντων, με αποτέλεσμα την ανεξέλεγκτη ενθάρρυνση, στον δημόσιο και ιδιωτικό τομέα, της διαφθοράς.

Παρά την ύπαρξη σχετικών νομοθεσιών και κανονισμών για τη λειτουργία της ΕΦ, είναι κοινό μυστικό ότι μεγάλο μέρος των τοποθετήσεων και μεταθέσεων του μόνιμου και συμβασιούχου προσωπικού, ακόμη και των κληρωτών στρατιωτών, πραγματοποιούνται με πολιτικά κριτήρια (πρόσφατο σκάνδαλο «επώνυμων κληρωτών» στο ΥΠΑΜ και ΓΕΕΦ). Τρανό παράδειγμα οι διορισμοί Yπαρχηγών στην Εθνική Φρουρά, που, συχνά, γίνονται αναξιοκρατικά στη βάση πολιτικών σκοπιμοτήτων· δηλαδή, την απόλυτη αφοσίωσή τους στο εκάστοτε κυβερνών κόμμα και την προθυμία τους να εξυπηρετήσουν ιδιοτελείς παρεμβάσεις στο έργο της Εθνικής Φρουράς. 

Αντίστοιχα φαινόμενα παρατηρούνται και στις προαγωγές ανωτάτων αξιωματικών (ταξίαρχων και υποστράτηγων), όπου, συχνά, αναδεικνύονται ανεπαρκείς ή ακατάλληλοι αξιωματικοί που πρόσκεινται στο κυβερνόν κόμμα, αντί ικανοί αξιωματικοί με κριτήριο τις πραγματικές τους στρατιωτικές ικανότητες και διοικητικές δεξιότητες. Έτσι παρατηρείται το φαινόμενο της αποστρατείας ικανότατων ανώτερων ή ανώτατων αξιωματικών, οι οποίοι αναγκάζονται να καταφύγουν στη δικαιοσύνη, κερδίζοντας, στις πλείστες των περιπτώσεων, τις δικαστικές αγωγές κατά της Δημοκρατίας. Για δεκαετίες, όμως, συνεχίζεται η προαγωγή ακατάλληλων αξιωματικών σε ανώτατα αξιώματα, χωρίς να υπολογίζεται η ηθική ευθύνη του Ανώτατου Συμβουλίου Κρίσεων, του Υπουργού Άμυνας και του Α/ΓΕΕΦ, στις αποζημιώσεις εκατοντάδων χιλιάδων ευρώ που επιβάλλονται από τα δικαστήρια και πληρώνονται από τις εισφορές των φορολογούμενων πολιτών.

Σε μια ημικατεχόμενη χώρα, οι προαγωγές, τουλάχιστον, των ανωτάτων αξιωματικών θα έπρεπε να γίνονται, για αυτονόητους υπηρεσιακούς αλλά και εθνικούς λόγους, με βάση την ικανότητα τους να ανταπεξέλθουν στα απαιτητικά τους καθήκοντα, σε περίπτωση κρίσεως, θερμού επεισοδίου ή πολεμικής σύρραξης. Ευθύνη για την θλιβερή κατάσταση στην ηγετική πυραμίδα της Εθνικής Φρουράς φέρουν, αφενός, τα πολιτικά κόμματα που εναλλάσσονται στην εξουσία και, αφετέρου, οι εκάστοτε Υπουργοί Άμυνας, που υπηρετούν το κομματικό όφελος αντί το εθνικό συμφέρον, και οι Αρχηγοί και Υπαρχηγοί της Εθνικής Φρουράς, ο οποίοι υποτάσσονται στις προσταγές και τα συμφέροντα του πολιτικού κατεστημένου.

>Το Υπουργείο Άμυνας  

Ανεξαρτήτως του στρατιωτικού προσωπικού που υπηρετεί στο ΥΠΑΜ, κύριο ρόλο στην εύρυθμη και αποτελεσματική λειτουργία του διαδραματίζουν τρία πρόσωπα: o Υπουργός, ο Γενικός Διευθυντής και ο Διευθυντής του Επιτελείου Υπουργού Άμυνας (ΕΠΥΠΑΜ). Η επιλογή ακατάλληλων προσώπων σε αυτές τις θέσεις δημιουργεί σοβαρά προβλήματα στη ομαλή λειτουργία του Υπουργείου, με άμεσες επιπτώσεις επί της αποτελεσματικής λειτουργίας και της επιχειρησιακής ετοιμότητας της ΕΦ. 

Η επιλογή του Υπουργού Άμυνας δεν πρέπει να βασίζεται σε κομματικά πλαίσια αλλά στις ικανότητες, την παιδεία και τον δυναμισμό του προσώπου που επιλέγεται, αφού η Εθνική Φρουρά είναι ένας ιδιαίτερα απαιτητικός και πολύπλοκος κρατικός οργανισμός, με πολεμική οροφή δεκάδων χιλιάδων ανδρών και γυναικών. Υπήρχαν περιπτώσεις στο παρελθόν όπου τα επιλεχθέντα πρόσωπα αντιμετώπισαν τα υπουργικά τους καθήκοντα με σοβαρότητα και υψηλό αίσθημα ευθύνης, όπως ο Χριστόδουλος Βενιαμίν (1975-1985), ο Kώστας Ηλιάδης (1993-1997), ο Γιαννάκης Ομήρου (1998-1999), ο Σωκράτης Χάσικος (1999-2003), ο Δημήτρης Ηλιάδης (2011-2013) και ο Τάσος Μητσόπουλος (2014). Υπάρχουν όμως και περιπτώσεις, όπου η ανεπάρκεια και η ακαταλληλότητα ορισμένων Υπουργών, η έλλειψη ισχυρής προσωπικότητας, και η εξάρτησή τους από τους κομματικούς μηχανισμούς, έβλαψε την κυπριακή Άμυνα. 

Σημαντικό ρόλο για την επιτυχή εκτέλεση των υπουργικών καθηκόντων διαδραματίζει ο Διευθυντής ΕΠΥΠΑΜ, ο οποίος έχει την ευθύνη συντονισμού του στρατιωτικού έργου των διευθύνσεων και των τμημάτων του ΥΠΑΜ, και ενημέρωσης-καθοδήγησης του Υπουργού στη λήψη αποφάσεων. Η επιλογή –εκ μέρους του εκάστοτε Υπουργού– ικανού και αξιόπιστου αξιωματικού στη συγκεκριμένη θέση, διασφαλίζει την αποτελεσματικότητα του κυβερνητικού έργου αλλά και των υπουργικών καθηκόντων. Αντίθετα, η επιλογή ακατάλληλων αξιωματικών στη συγκεκριμένη θέση, δημιουργεί συνθήκες αποδιοργάνωσης και σύγχυσης, με αρνητικές επιπτώσεις στην λειτουργία του Υπουργείου, όπως απέδειξαν πρόσφατα διάφορες διαρροές εις τον τύπο για τα εξοπλιστικά προγράμματα της Δημοκρατίας.

Επίσης, σημαντικό ρόλο διαδραματίζει και ο Γενικός Διευθυντής, ο οποίος έχει την διοικητική και οικονομική ευθύνη της λειτουργίας του Υπουργείου. Υπήρχε περίπτωση ακατάλληλου και ευθυνόφοβου ΓΔ/ΥΠΑΜ, ο οποίος κωλυσιεργούσε συστηματικά τη λήψη αποφάσεων, προκαλώντας τη συσσώρευση μεγάλου αριθμού φακέλων στο γραφείο του και τη δημιουργία πολλαπλών εκκρεμοτήτων σε εξοπλιστικά προγράμματα. Υπήρχαν, όμως, και περιπτώσεις ικανότατων Γενικών Διευθυντών, όπως ο Πέτρος Καρεκλάς (1999-2000) και ο Γιώργος Γεωργίου 2018-2020, οι οποίοι προσέφεραν πολύτιμες υπηρεσίες στο ΥΠΑΜ και την Εθνικής Φρουρά. 

Ο θεσμός του Αρχηγού (Α/ΓΕΕΦ) αποτελεί ζήτημα μείζονος ενδιαφέροντος, αφού η ασφάλεια της Δημοκρατίας, εξαρτώνται, σε μεγάλο βαθμό, από τον χαρακτήρα, τις ικανότητες και το όραμα του εκάστοτε Αρχηγού, που είναι Αντιστράτηγος εν αποστρατεία προερχόμενος από τις ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις. Κατά τη διάρκεια των τελευταίων 49 ετών ανέλαβαν το σημαντικό αυτό αξίωμα 17 ανώτατοι αξιωματικοί εξ Ελλάδος. Ο καθένας από αυτούς κρίθηκε, και κρίνεται, με γνώμονα τη σοβαρότητα της προσωπικότητάς και το ήθος του χαρακτήρα του, και την πραγματική προσφορά του στο μεγάλο οικοδόμημα που ονομάζεται Εθνική Φρουρά. Κάποιοι διακρίθηκαν για την εμπνευσμένη αρχηγία και το επιχειρησιακό τους όραμα, άλλοι επιτέλεσαν απλά τα καθήκοντά τους, ενώ μερικοί εκμεταλλεύτηκαν την θέση τους προς ίδιον όφελος. Ιδιαίτερη μνεία αξίζει στους Αρχηγούς που διακρίθηκαν για την πολύτιμη προσφορά τους στην ΕΦ και την Άμυνα της Δημοκρατίας.

• Στον Μανιάτη Αντιστράτηγο Νικόλαο Βορβολάκο του όπλου των Τεθωρακισμένων (Φεβ. 1993 – Απρ. 1998), ο οποίος ανέλαβε την ευθύνη υλοποίησης του Δόγματος Ενιαίου Αμυντικού Χώρου Ελλάδας-Κύπρου και την ανασυγκρότηση της ΕΦ, προδίδοντας, για πρώτη φορά μετά το 1974, επιθετικές δυνατότητες υιοθετώντας την ιδέα της επιθετικής επιστροφής. Όταν κλήθηκε να σχολιάσει τον καταιγισμό πυρών σε τελική φάση της ΤΑΜΣ «Νικηφόρος-Τοξότης» απάντησε λακωνικά: «όταν τα όπλα μιλούν οι στρατηγοί σιωπαίνουν». 

• Στον εκ Ρωμανό Αγναντών Αντιστράτηγο Ευάγγελο Φλωράκη των Καταδρομών (Μα. 2000 – 10 Ιούλ. 2002), ο οποίος έπεσε εν ώρα καθήκοντος, τις αυγινές ώρες της 10ης Ιουλίου 2002, όταν το μονοκινητήριο ελικόπτερο Βell 206 που επέβαινε, για να επιθεωρήσει την ετοιμότητα των ρωσικών μαχητικών ελικοπτέρων Mi-35, συνετρίβη. 

• Στον εκ Πολύγυρο Ιωαννίνων Αντιστράτηγο Στυλιανό Νάση του όπλου του Πεζικού (Ιούλ. 2011- Ιούλ. 2014), ο οποίος διακρίθηκε για την σοβαρότητα της αρχηγίας του, το υψηλό επίπεδο του στρατιωτικού του πνεύματος, και τις ακατάπαυστες προσπάθειες του για υιοθέτηση θεσμικών, δομικών, επιχειρησιακών και στρατηγικών, αλλαγών στην ΕΦ, παρά την ιδιοτελή πολεμική που συνάντησε στο εσωτερικό της Δύναμης. Στην τελευταία ημερήσια διαταγή του συμβούλευε το προσωπικό: «Το πρώτο, προσπαθήστε όλοι μαζί, όχι σε ομάδες, για το καλό της ΕΦ, αυτό που η πολιτεία καθορίζει. Το δεύτερο, μη ‘διακοσμείτε’ τις καρέκλες-θέσεις σας τώρα και στο μέλλον, και να έχετε στρατιωτικά δεοντολογικό θάρρος. Τρίτο, μην επιστρέψετε στους ελλειμματικούς επαγγελματικά να κατευθύνουν τις εξελίξεις της ΕΦ». Τόνιζε μάλιστα με νόημα, μάλλον προφητικά, ότι «η άμυνα και η ασφάλεια δεν θέλει μάρκετινγκ, ούτε λόγια, αλλά έργα, δεν είναι χώρος για σόου και δημόσιες σχέσεις».

Διάφοροι άλλοι Αρχηγοί εκτέλεσαν το στρατιωτικό τους καθήκον προς την ΕΦ και υπηρέτησαν τη ΚΔ με σεβασμό. Την τελευταία όμως εικοσαετία, υπήρξαν περιπτώσεις Αρχηγών οι οποίοι αναδείχθηκαν ανεπαρκείς ή ακατάλληλοι για το συγκεκριμένο αξίωμα. Η θεσμική απουσία προκαθορισμένης χρονικής διάρκειας στην θητεία του Α/ΓΕΕΦ (π.χ. δύο έτη χωρίς δυνατότητα ανανέωσης του συμβολαίου του), καθιστούν τα οικονομικά οφέλη και τη δημοσιότητα που περιβάλλει το αξίωμα ιδιαίτερα ελκυστικά για ορισμένους Αρχηγούς, οι οποίοι, εκμεταλλευόμενοι τις περιστάσεις, ενεργούν με ιδιοτελείς τρόπους που βλάπτουν τα συμφέροντα της ΕΦ. Ορισμένοι από αυτούς υποτάσσονται πλήρως στις μεθοδεύσεις και τα συμφέροντα του κυβερνώντος κόμματος, με απώτερο σκοπό την επέκταση του συμβολαίου τους στην Κύπρο. 

Υπάρχουν και περιπτώσεις Αρχηγών που έχουν αποδεχτεί εγκληματικές εκπτώσεις και παραδοχές σε κρίσιμα επιχειρησιακά ζητήματα –όπως η μείωση της στρατιωτικής θητείας και η διάλυση μονάδων χωρίς την εκπλήρωση των απαραίτητων προϋποθέσεων, και η επικίνδυνη αραίωση της διάταξης του Πεζικού στην Προχωρημένη Γραμμή Άμυνας (ΠΓΑ)– λόγω της αδυναμίας του χαρακτήρα τους και την πλήρη συμμόρφωσή τους στις προσταγές του κυβερνόντος κόμματος, με αντάλλαγμα την διατήρηση της προνομιακής τους θέσης στο ΓΕΕΦ. 

Επιπλέον, σε μερικές περιπτώσεις, επιτήδειοι Αρχηγοί, εκμεταλλευόμενοι την προβληματική κατάσταση στο εσωτερικό της ΕΦ και τα προνόμια που τους προσφέρει ο διορισμός τους στην ΚΔ, ενεργούν ιδιοτελώς χειραγωγώντας το αξίωμα που τους εμπιστεύτηκε η Δημοκρατία. Υπάρχουν συγκεκριμένες περιπτώσεις, όπου Αρχηγοί μετατρέπονται σε ταξιδιώτες «frequent fliers», οργώνοντας με το αζημίωτο (αεροπορικά εισιτήρια, πολυτελής διαμονή και επίδομα εξωτερικού) την Ευρώπη, την Αμερική και την Μέση Ανατολή, ενώ τα ταξιδάκια τους στην Ελλάδα για «υπηρεσιακούς» λόγους έχουν ξεπεράσει κάθε όριο. 

Υπάρχουν και περιπτώσεις κατά τις οποίες ορισμένοι Αρχηγοί, ενεργώντας εις βάρος των θεσμικών τους υποχρεώσεων και των υπηρεσιακών τους καθηκόντων, επενδύουν δυσανάλογο χρόνο και προσπάθεια στη δημόσια εικόνα τους και επιδίδονται στη δημιουργία γνωριμιών και σχέσεων με πολιτικούς, διπλωματικούς, δημοτικούς και εκκλησιαστικούς παράγοντες προς ίδιον όφελος. Eπιδεικνύουν μεγάλο ενδιαφέρον στην εξασφάλιση προσωπικών προσκλήσεων σε δημόσιες εκδηλώσεις, ενώ συχνά εμφανίζονται σε γαμήλιες δεξιώσεις και ιδιωτικές τελετές, προσβάλλοντας τον θεσμό το οποίον τάχθηκαν να υπηρετήσουν. Η πρωτοφανής αφιέρωση σημαντικού χρόνου σε κοινωνικές εκδηλώσεις, προσωπικές επαφές και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, δημιουργεί, εύλογα, ερωτηματικά για την σοβαρότητα που επιδεικνύεται στα στρατιωτικά καθήκοντα και τον χρόνο που επενδύεται στο επιτελικό έργο για την επίλυση των σοβαρών επιχειρησιακών ζητημάτων που εκκρεμούν στην Εθνική Φρουρά. 

>Οι ανώτατοι αξιωματικοί

Συνυπεύθυνοι για τις εξελίξεις και όλες τις σημαντικές αποφάσεις, εκτός του Αρχηγού και του Υπαρχηγού, είναι και οι ανώτατοι αξιωματικοί που συμμετέχουν στο Ανώτατο Συμβούλιο Εθνικής Φρουράς (ΑΣΕΦ). Η εσφαλμένη πρακτική που ακολουθείται στις συνεδριάσεις του Συμβουλίου, δηλαδή η κοινοποίηση διαφόρων σοβαρών ζητημάτων χωρίς την δυνατότητα ονομαστικής ψηφοφορίας για ανάληψη ευθύνης εκ μέρους των παρευρισκόμενων, έχει αρνητικές επιπτώσεις στον μηχανισμό λήψεως σοβαρών αποφάσεων στην ΕΦ. Επικρατεί έτσι η άποψη του Αρχηγού και αποθαρρύνεται ο διάλογος και η έκφραση διαφωνίας, αφού αρκετοί ανώτατοι αξιωματικοί αποφεύγουν να εκφράσουν την άποψη και ιδιαίτερα τη διαφωνία τους, με την ψευδαίσθηση ότι η ιδιοτελής σιωπή τους θα αποτρέψει την αποστρατεία τους στις επόμενες κρίσεις.

Ο ρόλος της Βουλής των Aντιπροσώπων

Στις προηγμένες δημοκρατίες ανεπτυγμένων χωρών, τα εκλεγμένα νομοθετικά σώματα διαθέτουν ισχυρή θεσμική εξουσία σε ζητήματα άμυνας και ασφάλειας, και ο έλεγχος που ασκούν στην εκτελεστική εξουσία είναι καθοριστικός στην λειτουργία του κράτους και την ασφάλεια της χώρας. Ο θεσμικός ρόλος των κοινοβουλευτικών επιτροπών Άμυνας δεν περιορίζεται σε τυπικά καθήκοντα, όπως ο έλεγχος των αμυντικών δαπανών και των εξοπλιστικών προγραμμάτων, αλλά αντίθετα, οι εξουσίες τους είναι διευρυμένες και πολυδιάστατες. 

Και επειδή αναγνωρίζεται ότι οι γνώσεις των εκλεγμένων αντιπροσώπων, σε ειδικά θέματα γεωπολιτικής, άμυνας, ασφάλειας και πληροφοριών, είναι περιορισμένες, οι επιτροπές έχουν τη θεσμική δυνατότητα να αξιοποιούν την γνώση ειδικών επιστημόνων και τεχνοκρατών, και να διεξάγουν ανεξάρτητες έρευνες για ειδικά προβλήματα που άπτονται της Άμυνας μιας χώρας. Δύνανται δε να αιτηθούν εξωτερική αρωγή εμπειρογνωμόνων από την ακαδημαϊκή και την ερευνητική κοινότητα, την αμυντική βιομηχανία και άλλους τομείς, ώστε να διατυπώσουν ανεξάρτητη, αλλά τεκμηριωμένη, άποψη για την ορθότητα των αποφάσεων και των ενεργειών της εκτελεστικής εξουσίας. 

Στην Κύπρο, η ενημέρωση και ο ρόλος της Επιτροπής Άμυνας είναι περισσότερο τυπικός, παρά ουσιαστικός, και περιορίζεται σε υπηρεσιακές «ενημερώσεις» από τον υπουργό Άμυνας και τον Α/ΓΕΕΦ, ενώ ο έλεγχος που ασκεί επικεντρώνεται κυρίως στην έγκριση των εξοπλιστικών προγραμμάτων και του αμυντικού προϋπολογισμού της Δημοκρατίας. Η ενασχόληση της Επιτροπής με κρίσιμα ζητήματα, όπως το αμυντικό δόγμα της χώρας, η αποτελεσματικότητα του αμυντικού σχεδιασμού, η επάρκεια και η καταλληλότητα του προσωπικού, η επίδοση της εφεδρείας, και άλλα σημαντικά ζητήματα, αποφεύγονται επιμελώς για δύο συστημικούς λόγους. 

*Πρώτο, λόγω της διαχρονικής στάσης της εκτελεστικής εξουσίας για την αποφυγή ουσιώδους κοινοβουλευτικού ελέγχου από την νομοθετική εξουσία. Η υπηρεσιακή ενημέρωση της Επιτροπής περιορίζεται στα απολύτως στοιχειώδη, και συχνά είναι περιορισμένη και επιλεκτική εκ μέρους του ΥΠΑΜ και του ΓΕΕΦ, ώστε να αποφεύγονται περιπλοκές και προβλήματα στην εκτελεστική εξουσία από τη διεύρυνση του ελεγκτικού της ρόλου. 

*Δεύτερο, λόγω της απουσίας πραγματικού ενδιαφέροντος από την Επιτροπή Άμυνας για εμβάθυνση σε ζητήματα ουσίας και την ανάληψη ουσιαστικού κοινοβουλευτικού ρόλου σε θέματα Άμυνας και κρατικής ασφάλειας. Η συχνή απουσία ικανών γνώσεων σε συγκεκριμένα ζητήματα και η συνεπακόλουθη πεποίθηση του «παντογνωστισμού» που επικρατεί στα μυαλά ορισμένων μελών του κυπριακού κοινοβουλίου, όπως και εσωτερικά προβλήματα στην λειτουργία της (εξάρτηση των συνεδριάσεων από το προσωπικό πρόγραμμα του προέδρου της), ενθαρρύνουν την δυσλειτουργία της αλλά και την αναποτελεσματικότητά της. 

Εισηγήσεις προς αντιμετώπιση των αδυναμίων:

• Το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας της Ελλάδας (ΥΠΕΘΑ) να επιλέγει με απόλυτη υπευθυνότητα τους προτεινόμενους Αρχηγούς, στη βάση καθαρά επαγγελματικών και επιχειρησιακών κριτηρίων χωρίς την παρεμβολή πολιτικών ή κομματικών σκοπιμοτήτων.                                                

 • Η Κυπριακή Κυβέρνηση, με την συμβολή της Βουλής των Αντιπροσώπων, να περιορίσει θεσμικά τη διάρκεια διορισμού του Α/ΓΕΕΦ στα δύο έτη, χωρίς δυνατότητα ανανέωσης του συμβολαίου του.      

• Η επιλογή και ο διορισμός του Α/ΓΕΕΦ από την Κυπριακή Κυβέρνηση να περιλαμβάνει την έγκριση της Επιτροπής Άμυνας ή και της ολομέλειας της Βουλής, η οποία δύναται να μελετά τα βιογραφικά των προτεινόμενων ανώτατων αξιωματικών και να προβαίνει, ακόμα, σε προσωπικές συνεντεύξεις με τους υποψηφίους, πριν την έγκριση της κυβερνητικής επιλογής. 

• Οι αποφάσεις στις συνεδριάσεις του ΑΣΕΦ πρέπει να λαμβάνονται κατόπιν ονομαστικής ψηφοφορίας η οποία να καταγράφεται σε πρακτικά, ώστε ο κάθε συμμετέχον να είναι υπόλογος των θέσεων που διατυπώνει και των αποφάσεων του.                                         

• Η Ελεγκτική Υπηρεσία της Δημοκρατίας να προβαίνει σε έλεγχο των «επαγγελματικών» ταξιδιών των Αρχηγών στο εξωτερικό και την Ελλάδα για να διαπιστώνεται η αναγκαιότητα ή ακόμα και η νομιμότητά τους.

• Αλλαγή νοοτροπίας στο εσωτερικό της Επιτροπής Άμυνας και καλλιέργεια πνεύματος εθνικής ευθύνης για τα μέλη και τον πρόεδρο της, μέσο της υιοθέτησης κώδικα λειτουργίας της Επιτροπής.                                                                  

• Τροποποίηση του Κανονισμού της Βουλής για την διεύρυνση των αρμοδιοτήτων των κοινοβουλευτικών επιτροπών και συμπερίληψη στον ετήσιο προϋπολογισμό της κατάλληλου οικονομικού κεφαλαίου, το οποίο δύναται να αξιοποιείται από τις επιτροπές, όπου απαιτείται, για την μίσθωση συμβουλευτικών υπηρεσιών ή την διεξαγωγή εξειδικευμένων ερευνών.                  

• Ενεργότερη συμμετοχή της Επιτροπής Άμυνας στον έλεγχο σημαντικών ζητημάτων που άπτονται της Άμυνας της Δημοκρατίας, όπως η επιλογή του Αρχηγού και του Υπαρχηγού, οι προαγωγές των ανώτερων αξιωματικών σε ανώτατους βαθμούς, ο έλεγχος της αξιοκρατίας στο ΥΠΑΜ και το εσωτερικό της Εθνικής Φρουράς, και άλλα θέματα μείζονος σημασίας.

*Ο δρ Πέτρος Σαββίδης είναι επίτιμος επιστημονικός ερευνητής στο Κέντρο Μελετών Ασφάλειας και Πληροφοριών του Πανεπιστημίου Buckingham στο Ηνωμένο Βασίλειο.