Ο «Φ» με ιδιαίτερη θλίψη αποχαιρετά τον Μιχάλη Πασιαρδή, έναν άνθρωπο των γραμμάτων, με τον οποίο συνεργάστηκε στενά, καθώς επί σειρά ετών ο ποιητής διατηρούσε τη δική του στήλη στις σελίδες της εφημερίδας. Τιμής ένεκεν ο «Φ» επαναδημοσιεύει σήμερα συνέντευξη του Μιχάλη Πασιαρδή που παραχωρήθηκε στο Φιλgood τον Μάιο του 2015.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ: Τελευταίο αντίο στον Μιχάλη Πασιαρδή
Μια από τις πιο αναγνωρισμένες μορφές της κυπριακής λογοτεχνίας και ένας από τους ελάχιστους πνευματικούς ανθρώπους που απέμειναν στην Κύπρο, μιλάει με το βάθος της ποίησης που περικλείει και την ίδια του τη ζωή.
Το ουίσκι της καντίνας του ΡΙΚ – το «σκέτο, χωρίς πάγο» – είχε κάτι από τη γεύση του συνομιλητή μου στις δύο ώρες του κυριακάτικου απογεύματος που μου δώρισε: πικρό, αυθεντικό μα και ευεργετικό στα κύτταρα ταυτόχρονα. Κάθισε απέναντί μου φορώντας πουκάμισο ατσαλάκωτο, γραβάτα μονόχρωμη και παντελόνι καλοσιδερωμένο, κράτησε στα χέρια την – κλασική πια – πίπα του, είχε για φόντο τον ήλιο της άνοιξης που σκέπαζε το κεφάλι του απ’ το τζάμι, αλλά κι ένα κλουβί με κάποιο καναρίνι κίτρινο μέσα που κελαηδούσε συνεχώς, προσθέτοντας στις λέξεις του μουσικούς φθόγγους και εικόνες παράλληλες των νοημάτων του. Δεν έχει κινητό, «ό,τι χρειαστεί με βρίσκουν όλοι εδώ, στο ΡΙΚ», μου λέει. «Όπως έχω πει και σε μια τιμητική εκδήλωση που μου έκαναν τον Γενάρη του 2013, στην οποία είχαν παρευρεθεί για να μιλήσουν και οι φίλοι μου από την Αθήνα, η Λίνα Νικολακοπούλου και ο Τίτος Πατρίκιος, “βρίσκεστε στο σπίτι μου!”. Έτσι αισθάνομαι το ΡΙΚ. Ξεκίνησα από το 1960 ως συνεργάτης, το 1964 σαν λειτουργός προγραμμάτων, συνέχισα μέχρι την πρόωρη αφυπηρέτησή μου και συνεχίζω να βρίσκομαι εδώ κάνοντας εκπομπές εντελώς δωρεάν προς όφελος του Ιδρύματος και των ακροατών μας. Αυτό μου δίνει μεγάλη χαρά και ικανοποίηση! Αισθάνομαι ότι έχω να προσφέρω κάποια πράγματα εντελώς ιδιαίτερα, από την περιοχή της έντεχνης μουσικής ως αυτήν της ποιήσεως, αλλά ακόμη και του πεζού λόγου».
Πιστεύετε ότι ο κόσμος ενδιαφέρεται για την ποίηση;
Όσο κι αν σας φαίνεται παράξενο, ναι – και μάλιστα πολύ. Όμως το έχει ολίγον κεκρυμμένο αυτό το αίσθημα γιατί, όπως είναι γνωστό, ζούμε σε μία εποχή όπου κυρίαρχη θεματική είναι τα χρήματα, οι δουλειές του πάρε δώσε, όλα τα πεζογενή και ίσως ισοπεδωτικά που μας έφεραν στην κατάσταση στην οποία ευρισκόμαστε.
Το έργο σας είναι ποιητικό. Η ζωή σας υπήρξε πεζογενής ποτέ;
Όχι, ποτέ δεν υπήρξε πεζογενής. Και το έργο μου είναι ποιητικό, θεατρικό, αλλά και πεζογραφικό. Κάποια από αυτά, αφού πρώτα είχαν μεταδοθεί από το ραδιόφωνο, ενσωματώθηκαν μετά σε ένα βιβλίο με τον γενικό τίτλο «Γιατί να συναντιούνται οι άνθρωποι;».
Ποια είναι απάντηση;
Η απάντηση μένει ανοιχτή. Εμείς οι ανατολικοί Έλληνες, αλλά και όλοι οι Έλληνες γενικά, έχουμε ανάγκη οπωσδήποτε τον άλλο. Αυτό δε ευρίσκεται και μέσα στην ορθόδοξη παράδοσή μας, καθώς μου έρχεται αυτόματα και συνειρμικά στον νου η φράση του Σαρτρ που λέει «η κόλαση είναι οι άλλοι». Όσο και να υπάρχει πόνος και μια μορφή κολάσεως στις διαπροσωπικές σχέσεις, ακόμη και στις πιο στενές, εντούτοις ο άλλος είναι πάντοτε στο κέντρο της αναφοράς μας. Αποτεινόμαστε σε κάποιους. Ή πραγματικούς ή ακόμη και φανταστικούς.
Η μοναξιά, όμως, δεν είναι το κύριο ζητούμενο ενός ποιητή;
Θα έλεγα η μόνωση.
Τι διαφορά έχουν;
Στη μοναξιά βρίσκεσαι αναγκαστικά, στη μόνωση πας εθελουσίως. Για τούτο ο δημιουργός μπορεί να διαλέγει τη μόνωση, αν και είναι τροφή η σχέση, ακόμη και η συγκρουσιακή, για τη δημιουργία. Για να μπορεί στη μόνωση, στοχαστικά και περίβλεπτα, να ακουμπάει στο έργο του.
Συμφιλιωθήκατε ποτέ με τον εαυτό σας;
Ακόμη. Προσπαθώ. Φαίνεται, όμως, ότι εδώ που έφτασα αποκλείεται να συναρμονεύσουμε προς το τέλος. Πιστεύω δε ότι η ωριμότητα του ανθρώπου αργεί πολύ να έρθει στον καθένα. Και είναι ανεξαρτήτως ευφυΐας αυτό. Κατά τη γνώμη μου, την προσωρινή, η ωρίμανση ξεκινά από τη στιγμή που αρχίζει μέσα μας η αυτομεμψία, το να μέμφεσαι δηλαδή τον εαυτό σου. Εκεί πια βρίσκεσαι σε μια κρούση με τον ίδιο σου τον εαυτό, η οποία σε οδηγεί στο να βγάζεις από μέσα σου την αληθινότητά σου.
Πού βρίσκεται αυτή η αληθινότητα;
Μπορεί να βρίσκεται ακόμη και σε ρήξη με τις προηγούμενες πράξεις ή συμπεριφορές σου.
Οι λέξεις σάς έλεγαν πάντα την αλήθεια αξιοποιώντας τις;
Το εργαλείο κάθε συγγραφέα, αλλά και κάθε ανθρώπου, είναι οι λέξεις. Ακόμη και όταν σκέφτεται. Ξέρεις πόσο δρόμο κόβεις με τις λέξεις σκεπτόμενος; Ακόμη και δρόμο εκφραστικό.
Χρησιμοποιείτε ποτέ τη σκληρή τους εκδοχή;
Ποτέ μου δεν χρησιμοποιώ σκληρές λέξεις εναντίον κανενός. Θέλω να σου ομολογήσω ότι στα τόσα χρόνια που έγραφα στον «Φιλελεύθερο» – 45 συναπτά χρόνια – ουδέποτε επιτέθηκα ονομαστικά σε άνθρωπο. Πάντοτε βρίσκω τον τρόπο να πηγαίνω προς την πλευρά των καταστάσεων και να θίγω. Αλλά απευθείας σε πρόσωπο, ποτέ.
Σήμερα τι είναι κόλαση, αν δεν είναι οι άλλοι;
Η κόλαση, τουλάχιστον όπως τη βιώνουμε στην Κύπρο, είναι η διαρκής ανησυχία για το τι μέλλει γενέσθαι. Έχουμε μία ασήκωτη κατοχή, την οποία μόνο αυτή αν σκεφτείς, νομίζω ότι μπαίνεις σε μια περιοχή κολάσεως. Από την άλλη πλευρά, τα παρακμιακά φαινόμενα στο ελεύθερο τμήμα, στις ανθρώπινες δραστηριότητες και συμπεριφορές, όπως καθημερινά τις ακούμε και ζούμε, σου προκαλούν τόση θλίψη και απελπισία, που πραγματικά μπαίνεις από μιαν άλλη πόρτα πάλι στην ίδια περιοχή, την κολαστική.
Έχουν αλλάξει οι Κύπριοι;
Ο Κύπριος, ως άνθρωπος, είναι ένα στιβαρό πλάσμα που άντεξε αιώνες χωρίς ούτε να αλλοιωθεί ούτε να αλλοτριωθεί. Όμως οι νεότεροι καιροί του έχουν προκαλέσει μία διασάλευση. Θέλω να πιστεύω ότι αυτό το φαινόμενο είναι παροδικό, υπόθεση κάποιων τωρινών χρόνων, και σιγά σιγά θα ξαναβρούμε τον εαυτό μας, την ταυτότητά μας, θα επανακουμπήσουμε στην ιθαγένειά μας, την οποία έχουμε προσωρινά καταχωνιάσει. Νομίζω πως το χρήμα, η απληστία και μια τάση επίδειξης έπαιξαν σημαντικά ρόλο κακού οδηγού σ’ αυτή την υπόθεση.
Στη δική σας ζωή;
Η δική μου ζωή, όπως επήγαινε, έτσι εξακολουθεί να πηγαίνει. Είμαι ένας άνθρωπος που εζούσα με ένα μισθό και τώρα με μία σύνταξη – ουδέποτε εκυνήγησα οτιδήποτε πέραν αυτών. Το κυνήγι μου είναι πάντοτε η αγάπη μου προς τον τόπο μου και προς την Ελλάδα, καθώς και προς το κοινό καλό. Ουδέποτε υπήρξα εγωκεντρικός. Ανήκω στη συλλογική πλευρά του εαυτού μου, που σκέφτεται συνέχεια τον άλλο. Δεν περιαυτολογώ, εξομολογούμαι. Και η πορεία της ζωής μου νομίζω ότι το καταδείχνει.
Ποτέ σας δεν νιώσατε σημαντικός;
Ποτέ. Απολύτως ποτέ. Αισθάνομαι μία πλήρη ισοτιμία με τους άλλους και θεωρώ τη γνώμη τους σεβαστή, όπως και η δική μου γνώμη θέλω να γίνεται σεβαστή. Ιδίως αν βγαίνει μέσα από βάσανο και κυριότατα αν βγαίνει μέσα από ανιδιοτέλεια. Διότι το πεδίο των ορθών συμπεριφορών ήταν και παραμένει πάντοτε η ανιδιοτέλεια. Την οποία θεωρώ μεγάλη αρετή.
Έτσι σκεφτόσασταν πάντα;
Νομίζω πως ναι. Φυσικά, λάθη έχω κάνει κι εγώ στη ζωή μου…
Ποιο ήταν το μεγαλύτερο;
Εμπιστευόμουν πολύ τους ανθρώπους.
Αυτό εμπεριέχει και μία αθωότητα…
Μία αθωότητα την οποία πληρώνεις! Υπερεκτιμούσα πολλούς. Κι όσα έχω υποστεί, τα έχω υποστεί από το γεγονός ότι επίστεψα και εχτύπησα σε ανθρώπους οι οποίοι δεν συμπεριφέρθησαν τουλάχιστον όπως έπρεπε σε μένα.
Τους το δείχνατε ότι έχετε πληγωθεί;
Ναι. Έχω μια τάση, μόλις μου συμβεί κάτι τέτοιο, να το φανερώνω. Και τους αποφεύγω παντελώς.
Αυτό υποκινείται και από τη μεγάλη σας ευαισθησία βέβαια…
Δεν μπορώ να μιλάω δύο γλώσσες. Θυμάμαι τον πρόεδρο του Μεξικού να λέει στον φίλο μου τον Νάσο Παναγιώτου, ο οποίος μελοποίησε και ποίησή μου, «ξέρεις γιατί επέζησα; Γιατί δεν έδωσα ποτέ σε κανένα δεύτερη ευκαιρία». Εγώ έχασα πολύ χρόνο μέχρι να αντιληφθώ κάποια πράγματα.
Δεν είναι, όμως, πολύ πεζό αυτό σε σχέση με την ψυχοσύνθεσή σας;
Η ψυχοσύνθεσή μου δεν είναι μονοσήμαντη. Έχει διάφορες πλευρές. Όλη η ευαισθησία μου εκφράζεται κυρίως στη γραφή μου.
Είναι μειονέκτημα το να είναι κάποιος σήμερα ευαίσθητος;
Αν δεν είναι ευαίσθητος κανείς, δεν υπάρχει! Όλα, όμως, έχουν το κόστος τους.
Ποιο είναι το κόστος της ευαισθησίας;
Ο πόνος! Αλλά ο πόνος είναι και πηγή εμπνεύσεως και γραφής.
Άρα τον επιδιώκετε…
Δεν τον επιδιώκω. Προκύπτει. Απεδέχθην ότι ο πόνος είναι μία πηγή δημιουργίας.
Πώς διαφοροποιείται η αντιμετώπισή του στη διάρκεια της ζωής σας;
Παραμένει η ίδια. Σε πολλά πράγματα αισθάνομαι ότι ακόμα βρίσκομαι στην εφηβεία μου. Για παράδειγμα, εκπλήσσομαι ακόμη! Από ένα πουλί, από ένα λουλούδι, από μια πέτρα. Κι όταν ακόμη εκπλήσσεσαι, σημαίνει ότι βρίσκεσαι σε μία αθώα έως και παρθενική κατάσταση. Τούτο το θεωρώ πολύ σημαντικό – είναι μία ευλογία! Εκεί είναι που στενάζεις: όταν λες «δεν μπόρεσα να παραμείνω σε τέτοιες καταστάσεις αθωότητας και παραστατικότητας, μπροστά στα διάφορα της ζωής που προκύπτουν στο δρόμο».
Τι σας εξέπληξε τελευταία;
Μικροπράγματα, μικροκουβέντες με φίλους. Υπάρχει, για παράδειγμα, ένα καθαριστήριο στη γειτονιά μας, στη Δασούπολη, που ο μάστορας κάθε Σάββατο βγάζει έξω τραπεζάκια και μαζεύονται φίλοι. Έχει ζιβανία, έχει διάφορα άλλα, έχει όμως και κόλλυβα που του φέρνουν διάφοροι καντηλανάφτες από εκκλησίες. Στη συντροφιά εκείνη μπορείς να ακούσεις πολύ σημαντικές κουβέντες, απλές, καθημερινές, οι οποίες μπορεί να σου φτιάξουν την ημέρα. Ένα άσχημο, όμως, αυτής της σαββατιάτικης παρέας είναι ότι από τους 15 που πήγαιναν παλιά, οι άνθρωποι σήμερα λιγοστεύουν, φεύγουν. Αυτό είναι ένα κενό. Αλλά είναι και μέρος της εκπλήξεως.
Δυσάρεστης, βέβαια…
Έχει, όμως, μια ευεργετικότητα ως προς το γεγονός της θύμησης, την ώρα που τους επαναφέρεις. Έφυγαν, δεν τους διώξαμε. Έφυγαν μόνοι τους. Όμως παραμένουν μέσα στη συντροφιά. Και αποτελούν μια συμπλήρωση. Κι όταν συμπληρώνεται ένας άνθρωπος, μια παρέα, μια υπόθεση, τα πράγματα κυκλούνται. Και για μένα ο κύκλος είναι το όλον της γεωμετρικότητος.
Σας τρομάζει αυτό το φευγιό;
Με τρομάζει, ναι. Δεν είμαι ατρόμητος απέναντι στον θάνατο. Μάλιστα τον σκέφτομαι επίμονα τον τελευταίο καιρό, γιατί έχω χάσει δυο δικούς μου σε διάστημα ενάμιση μήνα πέρσι: τη μητέρα μου και τον αδελφό μου, τον Χριστόδουλο Πασιαρδή, ο οποίος υπήρξε και υπουργός. Ήταν σα να δραπέτευσε ξαφνικά ο αδελφός μου, ήταν μια υπόθεση σύντομη η ασθένειά του – κι ήταν ένας άνθρωπος γεμάτος ζωή, με ένα πνεύμα σπινθηροβόλο. Και μου λείπει!
Ήσασταν δεμένος με τη μητέρα σας;
Πάρα πολύ!
Τι δουλειά έκαναν οι γονείς σας;
Ζούσαμε στο Τσέρι. Η μητέρα μου απασχολείτο στο σπίτι, ο πατέρας μου ήταν γεωργός. Του Ησιόδιου κύκλου γεωργός – χρησιμοποιούσε ξύλινο άροτρο. Κι αν δεις μυκηναϊκό αγγείο, θα δεις το ξύλινο άροτρο παρόμοια ζευγμένο στα δύο βόδια. Είναι, ξέρετε, αυτό το σπάνιο πράγμα που συνέβη και με την Κύπρο. Μέχρι το 1950 ζούσαμε στην εποχή του Ομήρου. Όλος ο κύκλος της ζωής ήταν ενταγμένος σ’ εκείνη την άκρα λιτότητα, αλλά και στην άκρα περιεκτικότητα του ομηρικού παρελθόντος. Όλα τα νεωτερικά ξεκινούν από το ’50 κι έπειτα, που αλλάζει η ζωή, βιοτεχνείται, μηχανοποιείται διαφορετικά. Τα παιδικά μου χρόνια ήταν σκληρά, είχαν όμως μια επάρκεια. Ήταν φτωχικότατα. Αλλά, όπως λέω και σε ένα μου τετράστιχο, «το λλίον ένι το πολλύν, τούτη ένι η αρκοντιά μας / πάππου προς πάππου στούντην γην, τζι εμείς τζαι τα παιθκιά μας / τζι αν θέλετε η Τζύπρου μας πάλε να ξαναζήσει / μέσα στο λλίον το πολλύν καθένας μας να ζήσει».
Το «πολλύν» πού εντοπιζόταν σε τόσο φτωχικά παιδικά χρόνια;
Είχαμε ένα ζευγάρι παπούτσια να φορέσουμε, είχαμε ένα πιάτο φαγητό να φάμε, χορταίναμε, περπατούσαμε και δεν είχαμε τίποτε άλλο να γυρέψουμε. Επαρκούμεθα σε αυτά τα ολίγα. Αλλά ήταν και πλήρη τα ολίγα αυτά! Αυτό ίσχυε για όλο τον κόσμο της Κύπρου. Αν και ο πατέρας μου είχε τελειώσει το δημοτικό σχολείο του χωριού, θυμάμαι που μου έλεγε ότι στην τελευταία τάξη έκαναν και «Κύρου ανάβαση»! Εμάθαιναν πολύ καλά ελληνικά, όπως και πολύ καλή αριθμητική. Ήταν φιλομαθείς οι άνθρωποι του χωριού, όπως τους ενθυμούμαι.
Η μητέρα σας πώς διαδραμάτισε τόσο καθοριστικό ρόλο στη ζωή σας;
Με τη μητέρα μου έχω συνδεθεί πολύ περισσότερο μετά τα παιδικά μου χρόνια. Από τότε έχω ακούσει σημαντικά πράγματα από τη μάνα μου. Και το γεγονός ότι μέχρι πέρσι ζούσε και πήγαινα και την έβλεπα, εγώ έπαιρνα δύναμη, στοργή, ευλογία από εκείνη – μόνο και μόνο που την κοίταζα! Η μητέρα μου προερχόταν από μία νοοκρατημένη οικογένεια – ήταν το γένος Πατσαλίδη. Νομίζω ότι ο αδελφός της ήταν που οργάνωσε και έχτισε την κυπριακή οικονομία – ο υπουργός Οικονομικών Ανδρέας Πατσαλίδης. Ήταν της πρακτικότητος. Στην πορεία των χρόνων δέθηκα ακόμη περισσότερο με τη μάνα μου. Έχω και ένα γιο, ο οποίος και εκείνος υπεραγαπούσε τη μητέρα μου.
Τώρα που έχουν φύγει πια απ’ τη ζωή δικοί σας άνθρωποι, πού ακουμπάτε;
Είμαι μετέωρος! Και αυτό μου στοιχίζει πάρα πολύ. Προσπαθώ να γεμίζω αυτόν τον μετεωρισμό με διάφορους τρόπους.
Η τέχνη δεν μπορεί να τον αναπληρώσει;
Ίσως στα νεότερά μου χρόνια να τον αναπλήρωνε. Τώρα πια όχι. Διότι είναι υπεράνω της τέχνης. Κι είμαι στην περιοχή του επόπτη πια. Ξέρετε, αγαπώ πολύ τους ποιητές, κι είχα τη μεγάλη ευτυχία να γνωρίσω πολλούς Έλληνες ποιητές – και προσωπικά. Τον Σεφέρη, τον Ελύτη, τον Ρίτσο, αλλά και νεότερους. Σχεδόν κάθε βράδυ πίναμε μαζί με τον Νίκο Καρούζο. Στενός φίλος υπήρξα επίσης με τον Τάσο Λειβαδίτη, τον Ιάκωβο Καμπανέλλη, τώρα με τον Τίτο Πατρίκιο. Με τον Νίκο Γκάτσο θυμάμαι ότι συναντηθήκαμε το ’72. Ο Χατζιδάκις καθόταν εκείνη τη μέρα με τον Ευάγγελο Αβέρωφ. Σηκώθηκε, ήρθε κοντά μας και μας σύστησε ο Γκάτσος. Ρώτησα τον Χατζιδάκι τότε: «τι ετοιμάζετε;». «Ένα δίσκο με τον τίτλο “Μεγάλος Ερωτικός” κατά το “Μεγάλος Εσπερινός”», μου απάντησε.
Νιώθατε ομότεχνος με αυτούς τους σπουδαίους ποιητές;
Ήμουν πολύ μικρός και πολύ σεμνός για να πω ότι είμαι ομότεχνος του Σεφέρη ή του Ελύτη. Τη μέρα της κηδείας του Σεφέρη θυμάμαι ότι είχαμε συναντηθεί με τον Ελύτη στο νεκροταφείο – κι ήταν μια κηδεία ανάλογη με εκείνη του Παλαμά το ’43. Κάναμε μια κουβέντα εκεί και είχαμε πει να συναντηθούμε το βράδυ στο σπίτι του. Ήταν μια ξεχωριστή νύχτα, κατανυχτική. Και, ξέρετε, οι Έλληνες είμαστε και φύλακες μουσείου. Κι ο Έλληνας, ο κάθε Έλληνας, δεν έχει μόνο την ηλικία της ληξιαρχικής του πράξης, του πότε γεννήθηκε – έχει την ηλικία όλων των αιώνων της ελληνικής διάρκειας και του ελληνικού πολιτισμού, τα οποία οφείλει και πρέπει να φυλάττει. Σ’ αυτά ανήκει και η ποίηση.
«Η οργάνωση εθνικής μοναξιάς αποτελεί την τράπεζα της ελευθερίας και του μυστηρίου της». Τι εννοείτε;
Εννοώ τον ελληνικό τρόπο: της αυτοθυσίας, του φιλότιμου, της ιδιαιτερότητας εκείνης που μας κάνει να είμαστε και λαός μονήρης. Στον ελληνικό τρόπο μπορεί να κατοικήσει ακόμη και ένας Ιάπωνας!
Λέει πάντως η Λίνα Νικολακοπούλου πως οι στίχοι σας μπορεί να αναφέρονται στην Κύπρο ή στην Ελλάδα, αλλά βγάζουν και μία ερωτικότητα, σα να απευθύνονται σε ένα συγκεκριμένο πρόσωπο. Νιώθετε ταυτόχρονα και ερωτικός ποιητής;
Ναι. Και με την ευρεία έννοια.
Πώς αντιλαμβάνεστε, λοιπόν, σήμερα τον έρωτα;
Σαν την πόρτα της ζωής! Από αυτή την πόρτα εισχωρείς στα έγκατα των ουσιών και στα άνω πεδία των αξιών. Όταν μιλάμε όμως για πραγματικό έρωτα, και όχι για σκέτους ερωτισμούς.
Τον ζήσατε ποτέ;
Ναι. Όταν παντρεύτηκα.
Μία φορά ερωτευτήκατε τόσο δυνατά;
Ναι… «Έσσιει καρκιές μονόχωρες, που αγάπη μιαν χωρούσιν / τζι όσα τζαι να τραβήσουσιν, ό,τι τζαι να τους πούσιν / έν τον αλλάσσουν τον χαβάν, πας τζείν’ την μιαν μεινίσκουν / για τζείνην εν που ζήσασιν, για τζείνην πεθανίσκουν».
Δεν αφεθήκατε ποτέ να ερωτευτείτε ξανά;
Δεν μπόρεσα.
Προσπαθήσατε;
Δεν μπόρεσα.
Τι κάνετε όταν ξυπνάτε το πρωί, κύριε Πασιαρδή;
Διαλογίζομαι πολύ. Και ξεκινώ. Πάω και βλέπω τον γιο μου, το εγγονάκι μου… Αν δεν υπήρχαν κι αυτά στη ζωή μου, δεν ξέρω ποια θα ήταν η κατάστασή μου. Κυλάει η ζωή… Διαβάζω κάποιες εφημερίδες, βιβλία, μιλώ με φίλους. Περνάει ο καιρός. Να δούμε τι θα βγάλει το αύριο…
Ανυπομονείτε γι’ αυτό;
Ανυπομονώ για το αύριο σε σχέση με τον τόπο μου! Γιατί είναι πολύ ανεπτυγμένη η συλλογική όψη του εαυτού μου. Υπεραγαπώ την Κύπρο! Και θεωρώ ότι είναι ήπειρος πολιτισμού! Διότι είναι αυτή που κανάλιασε με τον πλέον σοφό και υπομονετικό τρόπο όλες τις γεύσεις της Ανατολής – τις εκλογίκευσε και τις έστειλε έτοιμες προς τη Δύση. Η Ευρώπη έχει ιδιαίτερη ευθύνη προς την Κύπρο. Διότι είναι το μοναδικό μπαλκόνι της προς Ανατολάς. Κι έπρεπε να είναι υπερήφανη η Ευρώπη για την Κύπρο! Και να τη στηρίζει ολόθερμα και ολόψυχα.
Έχετε επισκεφθεί τα κατεχόμενα;
Ποτέ. Αποκλείεται να πάω! Δεν μπορώ να δω την κατοχή και τον πολιτισμό μου να ερημώνεται. Αν και οι Τούρκοι απεκεί καταστρέφουν χαλώντας, ενώ εμείς αποδώ καταστρέφουμε χτίζοντας. Πόσες ζημιές έχουν γίνει! Πόσα κιτς χτίσματα, πόσες «νεωτερικές» παρεμβάσεις… Ξέρετε, δεν έχω άλλη αγάπη πέρα απ’ τον τόπο μου… (σταματάμε για λίγο. Συγκινείται).
Η Κύπρος σας ευαισθητοποιεί περισσότερο από οτιδήποτε άλλο στη ζωή σας…
Μα, κοιτάξτε μόνο το γεωγραφικό της σχήμα… Δεν είναι σαν μουσικό όργανο; Της περνάς χορδές, κι αμέσως βγάζεις ήχο… Το πρωταρχικό μου είναι η αγάπη μου για τον τόπο μου! Στον οποίο άξιζε καλύτερη τύχη. Κρίμα γι’ αυτό που συνέβηκε και γι’ αυτό που συμβαίνει.
Θα μπορούσατε ποτέ να φανταστείτε τον εαυτό σας έξω από τις λέξεις, κύριε Πασιαρδή;
Όχι. Γιατί οι ίδιες οι λέξεις με πολιορκούν. Κι αυτή η πολιορκία δεν έχει ισχυρές εξόδους. Άρα παραμένω εντός των τειχών των λέξεων.
Αυτό δεν αποτελεί και εγκλωβισμό;
Όχι. Είναι μία μορφή εσωτερικής διεξόδου. Σαν αυτό που λέει ο Μπέκετ: «Κι από μια λέξη ξαναρχίζει η ζωή μου!». Έτσι και με μένα: από μια λέξη ξαναρχίζει η ζωή μου! Τι λυτρωτικότης!
Info: Βιβλία του Μιχάλη Πασιαρδή κυκλοφορούν από το ΡΙΚ, καθώς και από τις εκδόσεις Αιγαίον. Η φωνή και τα κείμενά του τα πρωινά στο Α’ Ραδιοφωνικό Πρόγραμμα του ΡΙΚ 97.2, που μεταδίδονται στις 6:15 και 7:15 με το πολύτιμο «Καλημέρα σας», παραμένουν ο διαχρονικότερος κόσμος μέσα μας.