Πέντε χρόνια μετά την εφαρμογή του ΓεΣΥ, το 94% των πολιτών που συμμετείχαν σε νέα έρευνα αγοράς θεωρεί ότι το Σύστημα έχει συμβάλει στην ικανοποίηση των αναγκών στη λήψη υπηρεσιών Υγείας. Οι περισσότεροι ωστόσο, φαίνεται να εντοπίζουν και προβλήματα, με την βαθμολογία για τις υπηρεσίες Τμημάτων Ατυχημάτων και Επειγόντων Περιστατικών να μην ξεπερνά το 6/10.
Μετράμε πέντε χρόνια ζωής, καταγράψαμε κενά, στρεβλώσεις, προβλήματα, πιθανούς κινδύνους και προχωράμε με λύσεις με στόχο να φθάσουμε την δέκατη επέτειο με ένα Σύστημα ακόμα πιο δυνατό και ισορροπημένο. Την ίδια ώρα αναγνωρίζουμε και όσα έγιναν, που δεν είναι λίγα», ανέφερε στον «Φ» με την ευκαιρία της σημερινής πέμπτης επετείου από την εφαρμογή του ΓεΣΥ, ο γενικός διευθυντής του Οργανισμού Ασφάλισης Υγείας Ανδρέας Παπακωνσταντίνου. Τόνισε ότι, «σημαντικό κενό αποτελεί η έλλειψη συγκεκριμένων νομοθεσιών που αφορούν τη λειτουργία κατηγοριών επαγγελματιών υγείας και δομών παροχής υπηρεσιών υγείας». Τα εν λόγω νομοθετήματα υποστήριξε, θα βοηθήσουν «να θωρακιστεί το ΓεΣΥ».
«Η πρώτη πενταετία κλείνει με θετικό πρόσημο για το Γενικό Σύστημα Υγείας. Η αξιολόγηση των πολιτών είναι ιδιαίτερα ενθαρρυντική αφού φαίνεται, από διάφορες έρευνες που έχουν γίνει μέχρι τώρα, ότι οι δικαιούχοι μας, δίνουν στο Σύστημα πολύ ψηλή βαθμολογία. Χθες λάβαμε τα αποτελέσματα έρευνας αγοράς όπου καταδεικνύει ότι το 94% των ερωτηθέντων πιστεύει ότι το ΓεΣΥ έχει συμβάλει στην ικανοποίηση των αναγκών όσο αφορά στη λήψη υπηρεσιών υγείας. Αυτό βεβαίως δεν σημαίνει ότι πρέπει εμείς ως Οργανισμός να επαναπαυόμαστε. Είναι πολλές οι προκλήσεις που έχουμε μπροστά μας και σίγουρα ποτέ δεν θα σταματήσει να υπάρχει ανάγκη για επιπρόσθετες βελτιώσεις ή και προσαρμογές, ανάλογα με τις ανάγκες της κάθε εποχής ή της κάθε δεκαετίας κ.λπ.».
Ένα ενδεικτικό παράδειγμα ανάφερε ο κ. Παπακωνσταντίνου είναι οι υπηρεσίες ΤΑΕΠ. Η έρευνα επιβεβαίωσε και τις δικές μας εκτιμήσεις ότι οι υπηρεσίες ΤΑΕΠ χρήζουν ακόμη περισσότερης αναβάθμισης. Οι ερωτηθέντες αξιολόγησαν με 6 από τα 10 την εμπειρία τους σε ΤΑΕΠ, κάτι που αναμφιβόλως δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητο. Δεν μπορεί βέβαια να παραγνωριστεί η προσπάθεια αναβάθμισης των εν λόγω υπηρεσιών που έγινε μέχρι σήμερα, μέσω της ένταξης ιδιωτικών ΤΑΕΠ καθώς βεβαίως και της προσπάθειας που καταβλήθηκε από τον ΟΚΥπΥ ο οποίος έχει παρουσία σε όλες τις επαρχίες».
Μια άλλη πρόκληση είναι «η παρακολούθηση της κλινικής πράξης. Προς τον σκοπό αυτό έχουμε συνάψει πρόσφατα συμφωνίες και με τη βοήθεια επειρογνωμόνων κάναμε κάποιες ενέργειες, όπως είναι για παράδειγμα ο έλεγχος που έγινε για τις μαγνητικές τομογραφίες, όπου φάνηκε ότι αρκετές θα μπορούσαν να αποφευχθούν. Σε άλλες χώρες, θα δούμε ότι υπάρχουν ανεξάρτητοι, κρατικοί στις περισσότερες περιπτώσεις, φορείς οι οποίοι κάνουν αυτή τη δουλειά. Οι σχεδιασμοί του κράτους προβλέπουν τη λειτουργία του Εθνικού Κέντρου Κλινικής Τεκμηρίωσης, κάτι αντίστοιχο με το Οργανισμός Κλινικής Τεκμηρίωσης και Αριστείας στο Ηνωμένο Βασίλειο, το γνωστό NICE. Αν όντως η πολιτική κατεύθυνση οδεύει προς αυτή την επιλογή, δηλαδή τη δημιουργία ενός ανεξάρτητου Οργανισμού ο οποίος θα ελέγχει τις ιατρικές πράξεις, είτε αυτές γίνονται εντός ή εκτός ΓεΣΥ, τότε η υλοποίηση θα πρέπει να προχωρήσει το ταχύτερο δυνατό. Αυτό θα βοηθήσει και τον Οργανισμό να προσαρμόσει τις προτεραιότητες του».
«Για να πάμε στα πιο αυτονόητα», είπε ο γενικός διευθυντής του ΟΑΥ, «έχουμε το νομοσχέδιο που αφορά τη λειτουργία των ακτινοδιαγνωστικών κέντρων. Πολύ συχνά δεχόμαστε παράπονα και δικαιολογημένη κριτική, ότι η ποιότητα των υπηρεσιών που παρέχουν κάποια από τα κέντρα μας δεν είναι καλή λόγω εξοπλισμών κ.λπ.. Ο ΟΑΥ από τη στιγμή που δεν υπάρχει νομοθεσία που να καθορίζει κριτήρια για την υποδομή και για τους εξοπλισμούς αντιμετωπίζει δυσκολία στο να διαχειριστεί την κατάσταση με τον πιο βέλτιστο τρόπο. Μπορούμε βεβαίως να καταρτίσουμε τα δικά μας κριτήρια ένταξης αλλά όταν δεν υπάρχει νόμος στον οποίο να μπορεί κάποιος να βασιστεί, σίγουρα υπάρχει πρόβλημα αφού το βάρος της όλης διαδικασίας διαβούλευσης καθορισμού κριτηρίων μεταφέρεται σε επίπεδο Οργανισμού. Αυτό είναι σπατάλη χρόνου, ειδικά αν μετά από κάποιο διάστημα, το Υπουργείο καθορίσει μέσω νομοθεσίας παρόμοια κριτήρια». Το ίδιο ισχύ και με τα κλινικά εργαστήρια: «Και εδώ περιμένουμε την τροποποίηση της υφιστάμενης νομοθεσίας. Έχουμε επίσης τα θέματα των υπηρεσιών αποκατάστασης. Επιβάλλεται να ψηφιστεί η νομοθεσία για να εντάξουμε και άλλα κέντρα, νοουμένου βέβαια ότι θα πληρούν τις προϋποθέσεις που ο νόμος θα ορίζει».
Με αυτά τα δεδομένα, είπε ο κ. Παπακωνσταντίνου, «γίνεται αντιληπτό ότι για να μπορέσουμε να πάρουμε το ΓεΣΥ ένα βήμα πάρα πέρα, πρέπει να έχουμε στα χέρια μας και τα απαραίτητα εργαλεία. Δεν λέμε βεβαίως ότι τα προβλήματα ή τα κενά στο ΓεΣΥ οφείλονται μόνο στη μη ύπαρξη νομοθεσίας. Όχι. Αλλά όπως διαπιστώνουμε κάποιες από τις στρεβλώσεις που σήμερα παρατηρούνται, θα αντιμετωπιστούν όταν ψηφιστούν οι απαραίτητες νομοθεσίες. Μας δίνει ικανοποίηση ότι το υπουργείο Υγείας εργάζεται εντατικά για την ετοιμασία των σχετικών νομοσχεδίων και από πλευράς μας καλούμε όλους τους εμπλεκόμενους φορείς, τους κοινωνικούς εταίρους που εμπλέκονται σε αυτή τη διαδικασία, να επιδείξουν καλή διάθεση και συνεργασία ώστε να προχωρήσει η ψήφιση των νόμων χωρίς άλλη καθυστέρηση. Είναι νόμοι που έπρεπε να είχαν ψηφιστεί πριν από αρκετά χρόνια, οπόταν ο βαθμός δυσκολίας για να διαχειριστεί αυτά τα θέματα είναι ιδιαίτερα υψηλός».
Υπερβολική και λανθασμένη χρήση του ΓεΣΥ – Ετοιμάζεται να παρέμβει ο ΟΑΥ
Ένα άλλο θέμα που θα απασχολήσει τον ΟΑΥ το αμέσως επόμενο διάστημα, είπε ο γενικός διευθυντής του Οργανισμού, αφορά στον τρόπο με τον οποίο αναπτύσσεται ο τομέας της Υγείας στην Κύπρο μετά την εφαρμογή του ΓεΣΥ.
«Ήταν αναπόφευκτο και σαφώς και το αναμέναμε ότι με την εφαρμογή του ΓεΣΥ θα βλέπαμε να γίνονται επενδύσεις στον τομέα της Υγείας. Συχνά άλλωστε γίνεται αναφορά για το μεγάλο αριθμό ακτινοδιαγνωστικών κέντρων που έχουν λειτουργήσει, τον μεγάλο αριθμό χημείων, τις δεκάδες αιτήσεις που εκκρεμούν στο υπουργείο Υγείας για νέα νοσοκομεία κ.λπ.. Αυτό δεν είναι κατ’ ανάγκη κακό. Οι επενδύσεις σε ένα τόπο βοηθούν πάντοτε και την οικονομία του τόπου, όμως εμείς οφείλουμε να εξετάσουμε τις πιθανές θετικές ή αρνητικές συνέπειες, παρούσες και μελλοντικές, και ανάλογα να ενεργήσουμε υπεύθυνα και εγκαίρως. Είναι ένα θέμα το οποίο θα αξιολογηθεί από το διοικητικό συμβούλιο στο αμέσως επόμενο διάστημα».
Πέραν αυτών, τον ΟΑΥ, «απασχολεί και το ζήτημα του βαθμού υπερβολικής ή λανθασμένης χρήσης του ΓεΣΥ από τους δικαιούχους μας. Αντιλαμβανόμαστε ότι υπάρχουν περιπτώσεις όπου γίνονται αχρείαστες πράξεις εντός του Συστήματος. Σε διάφορους τομείς και στην ενδονοσοκομειακή περίθαλψη και στις διάφορες διαγνωστικές εξετάσεις και στον τομέα των φαρμάκων. Βεβαίως η εικόνα τώρα είναι πολύ καλύτερη από ότι ήταν τον πρώτο χρόνο λειτουργίας του Συστήματος ή τον πρώτο χρόνο λειτουργίας των ενδονοσοκομειακών στο ΓεΣΥ, αλλά αντιλαμβανόμαστε ότι χρειάζεται ακόμη μεγαλύτερη προσπάθεια. Σε πρώτη φάση αρχίζουμε μια μεγάλη εκστρατεία ενημέρωσης των δικαιούχων μας για την ορθή χρήση του Συστήματος. Επίσης το επόμενο εξάμηνο προγραμματίζουμε να συνεργαστούμε με εταιρεία ώστε να έχουμε φυσική παρουσία στα νοσηλευτήρια μας με εξειδικευμένο προσωπικό, και να προβαίνουμε σε ελέγχους πριν ακόμη ο ασθενής λάβει την υπηρεσία, ώστε να διαπιστώνουμε κατά πόσο η υπηρεσία όντως χρειάζεται. Υπάρχουν κι άλλα τα οποία είμαστε αποφασισμένοι να προχωρήσουμε ώστε να βοηθήσουμε στη βελτίωση της εικόνας. Πιστεύουμε ότι με τη λήψη συνδυασμού μέτρων το Σύστημα θα βοηθηθεί να γίνει πιο αποδοτικό και κατάλληλα θωρακισμένο ώστε να εξυπηρετήσει ακόμη περισσότερο τους συμπολίτες μας».