Άνοιξη, ήλιος, θερμοκρασίες που μάλλον μας προκαλούν ευφορία μετά τον χειμώνα, η φύση που ξυπνά και ένα σκηνικό που μας προκαλεί για εκδρομές και οικογενειακές, (και όχι μόνο), εξορμήσεις σε βουνό και θάλασσα.
Η φύση ολόκληρη αναγεννάτε και μαζί βεβαίως με τα δέντρα, τα λουλούδια και τα πουλιά, σε πλήρη ανάπτυξη βρίσκεται αυτή την περίοδο και η «αναγέννηση» όλων των εντόμων, υμενόπτερων και αρθρόποδων, πιο απλά κουνουπιών, ψύλλων, τσιμπουριών κ.λπ., που εάν δεν προσέξουμε ενδεχομένως να μας οδηγήσουν σε μικρές δυσάρεστες περιπέτειες ή σε ανάπτυξη σοβαρών συμπτωμάτων λοιμωδών νόσων που προκαλούνται από τα μικρόβια και τους ιούς που κουβαλούν μαζί τους.
Μάλιστα, σύμφωνα με τους επιστήμονες, ένα έντομο, όπως έχει διαπιστωθεί, μπορεί να κουβαλά μαζί του, (να είναι διαβιβαστής/φορέας), περισσότερων του ενός μικροβίων.
«Ως διαβιβαστές/φορείς ορίζονται είτε έντομα είτε, γενικότερα, αρθρόποδα τα οποία μεταφέρουν παθογόνους μικροοργανισμούς (ιούς, βακτήρια ή πρωτόζωα) από έναν μολυσμένο άνθρωπο ή ζώο σε έναν άλλον, υγιή άνθρωπο ή ζώο», εξήγησε στον «Φ» ο διευθυντής του Λοιμωξιολογικού Τμήματος του Γερμανικού Ιατρικού Ινστιτούτου, Νικόλαος Σπερνοβασίλης.
Τα βακτήρια και οι ιοί, μπορούν να μεταφερθούν μέσω νυγμού (τσιμπήματος), από υμενόπτερα (π.χ. κουνούπια, ψύλλοι, κ.α.), ή μέσω δήγματος (δαγκώματος), από αρθρόποδα άλλης κατηγορίας, όπως οι κρότωνες (τα γνωστά τσιμπούρια).
«Και κάθε περιοχή του πλανήτη, ανάλογα με το ευρύτερο περιβάλλον της και τους διαβιβαστές το οποίο αυτό περιλαμβάνει, εμφανίζει κίνδυνο μετάδοσης συγκεκριμένων μονάχα παθογόνων», ανέφερε ο κ. Σπερνοβασίλης και ανέλυσε τους κινδύνους που μπορεί να αντιμετωπίσουν στην Κύπρο.
«Στην Κύπρο, ο κίνδυνος αυτός σχετίζεται, στην παρούσα φάση, κυρίως με τον ιό του Δυτικού Νείλου, τις ρικετσιώσεις και τη λεϊσμανίαση, στη μετάδοση των οποίων εμπλέκονται κουνούπια, κρότωνες, ψύλλοι ή σκνίπες, ανάλογα με το παθογόνο. Ελέω της Κλιματικής Αλλαγής βέβαια, ο κίνδυνος αυτός μελλοντικά πιθανόν να αφορά και άλλα παθογόνα».
Οι κίνδυνοι από τα κουνούπια
Σε ό,τι αφορά τα κουνούπια, «στο νησί μας υπάρχουν πολλά διαφορετικά είδη, καθένα από τα οποία μπορεί να μεταφέρει έναν ή και περισσότερους διαφορετικούς μικροοργανισμούς».
«Το παθογόνο εκείνο για το οποίο υπάρχουν ενδείξεις αξιοσημείωτης κυκλοφορίας του στην Κύπρο, καθώς και σχετικά περιστατικά νόσησης, είναι ο ιός του Δυτικού Νείλου, ο οποίος μεταφέρεται κυρίως μέσω κουνουπιών του γένους Culex».
Περίπου 20% των ατόμων που θα προσβληθούν από τον ιό μέσω τσιμπήματος του κουνουπιού, «θα εμφανίσουν συμπτώματα, τα οποία ως επί το πλείστον είναι ήπια και αυτοπεριοριζόμενα και περιλαμβάνουν εμπύρετο, κεφαλαλγία, κακουχία και μυαλγίες».
Ποσοστό μικρότερο του 1% των προσβεβλημένων ατόμων, «θα εμφανίσουν νευρολογική νόσο εξαιτίας του ιού με τη μορφή είτε μηνιγγίτιδάς (κυρίως παιδιά) είτε εγκεφαλίτιδας (κυρίως ηλικιωμένοι) με ή χωρίς χαλαρή παράλυση, ενώ δεν υπάρχει ειδική θεραπεία, παρά μόνο υποστηρικτική».
Τσιμπούρια και Μεσογειακός Κηλιδώδης Πυρετός
Όσον αφορά τους κρότωνες, τα τσιμπούρια δηλαδή, «επίσης δύναται να μεταφέρουν έναν ή παραπάνω μικροοργανισμούς τους οποίους μπορούν να μεταδώσουν με το δήγμα τους (δάγκωμα)».
Στην Κύπρο, «ενδιαφέρον παρουσιάζει ο κρότωνας Rhipicephalus sanguineus, (καφέ τσιμπούρι του σκύλου), το οποίο ενίοτε μεταφέρει τη ρικέτσια εκείνη η οποία είναι υπεύθυνη για τον Μεσογειακό Κηλιδώδη Πυρετό».
Οι ρικέτσιες είναι γενικά πολύ μικρά βακτήρια «με χαρακτηριστικά τα οποία ανευρίσκονται συχνότερα σε ιούς».
Ο Μεσογειακός Κηλιδώδης Πυρετός «είναι μια νόσος ενδημική στη περιοχή της μεσογειακής λεκάνης, και όταν εκδηλώνεται χαρακτηρίζεται από εμπύρετο, παροδικό εξάνθημα δέρματος και μαύρη εσχάρα (εφελκίδα) στην περιοχή του δήγματος (δαγκώματος)».
Επιπρόσθετα, «μπορεί να συνυπάρχουν αρθραλγίες, μυαλγίες και κεφαλαλγία. Συνήθως πρόκειται για αυτοπεριοριζόμενη νόσο, υπάρχει όμως και ειδική για το νόσημα αντιβιοτική θεραπεία».
Ψύλλοι και Ενδημικός Τύφος
Μια άλλη ρικέτσια, η οποία μεταδίδεται κυρίως με τον ψύλλο Ctenocephalides felis (ψύλλος της γάτας), «είναι αυτή που προκαλεί τον Ενδημικό Τύφο (και ο οποίος δεν πρέπει να συγχέεται ακόμα και από ιατρούς με τον Επιδημικό Τύφο ή τον Τυφοειδή Πυρετό, σοβαρής βαρύτητας νοσήματα με τα οποία δεν σχετίζεται)».
Η συμπτωματολογία του Ενδημικού Τύφου «είναι παρόμοια με αυτή του Μεσογειακού Κηλιδώδη Πυρετού, με ταυτόσημη θεραπεία».
Σκνίπες και Λεϊσμανίαση
Οι σκνίπες επίσης μπορεί να λειτουργήσουν ως διαβιβαστές λοιμωδών νοσημάτων.
Στην Κύπρο, «κυκλοφορεί ο Φλεβοτόμος, ένα είδος σκνίπας, το θηλυκό γένος του οποίου, δύναται να μεταδώσει το πρωτόζωο της Λεϊσμανίασης στον άνθρωπο, κυρίως από σκύλους.
Η Λεϊσμανίαση «είναι σοβαρής βαρύτητας νόσημα και εμφανίζεται με 3 μορφές (ανάλογα με το είδος του πρωτοζώου): τη σπλαγχνική, τη δερματική, και τη βλεννογοδερματική, με τις δύο πρώτες να απαντώνται και στην Κύπρο. Στην περίπτωση αυτή υπάρχουν ειδικές θεραπείες για καθεμία από τις παραπάνω μορφές».
Δύσκολη η διάγνωση και συστάσεις για μέτρα προστασίας
Κοινό χαρακτηριστικό όλων των αυτών των λοιμώξεων αποτελεί η δυσκολία στη διάγνωση.
Όπως εξήγησε ο κ. Σπερνοβασίλης, «η διάγνωσή τους δεν είναι εύκολη διαδικασία και απαιτεί προσέγγιση από έμπειρο κλινικό ιατρό και εκτέλεση συγκεκριμένων διαγνωστικών εξετάσεων από εξειδικευμένα εργαστήρια».
«Πρέπει επίσης τονιστεί ότι μια μικρή μόνο μειοψηφία νυγμών από έντομα ή δηγμάτων από αρθρόποδα οδηγεί σε αυτά τα νοσήματα, ενώ συχνότερα οδηγούν σε τοπικές μη λοιμώδεις φλεγμονώδεις αντιδράσεις με ερυθρότητα στο δέρμα και οίδημα, οι οποίες δεν έχουν σχέση με τα προαναφερθέντα».
Με απλά λόγια, μόνο ένα μικρό ποσοστό τσιμπημάτων από έντομα ή αρθρόποδα προκαλεί αυτά τα νοσήματα. Στις περισσότερες περιπτώσεις εμφανίζεται μόνο τοπική αντίδραση στο δέρμα, όπως κοκκίνισμα ή πρήξιμο, που δεν σχετίζεται με λοίμωξη».
Καταλήγοντας ο κ. Σπερνοβασίλης, τόνισε πως «η λήψη προληπτικά αντιβίωσης δεν συστήνεται στη συντριπτική πλειοψηφία των παραπάνω περιπτώσεων, και αρκεί η τοπική περιποίηση στα σημεία νυγμού ή δήγματος και η αφαίρεση κάθε ξένου εναπομείναντος από τον διαβιβαστή (αυτό αφορά του κρότωνες κυρίως) υλικού».
Μέτρα προστασίας
«Κεφαλαιώδους όμως σημασίας είναι τα προληπτικά μέτρα αποφυγής της επαφής με έντομα και αρθρόποδα».
Σε ατομικό επίπεδο συστήνεται:
– Κατά τη διάρκεια υπαίθριων δραστηριοτήτων η κατάλληλη ένδυση με ανοιχτόχρωμα, φαρδιά ρούχα που καλύπτουν όσο το δυνατόν μεγαλύτερο μέρος του σώματος.
– Η χρήση εγκεκριμένων εντομοαπωθητικών σώματος ή χώρου.
– Η περιποίηση του γρασιδιού στις οικίες.
– Η αποφυγή περιοχών αυξημένης συγκέντρωσης εντόμων (π.χ. στάσιμα νερά).
– Η εξασφάλιση της δέουσας υγιεινής των ζώων συντροφιάς.
«Σε επίπεδο μέτρων Δημόσιας Υγείας, η Κυπριακή Δημοκρατία εφαρμόζει δράσεις ενημέρωσης (για την ευαισθητοποίηση της κοινωνίας), επιτήρησης (με τοποθέτηση ειδικών παγίδων για την παρακολούθηση του πληθυσμού των κουνουπιών αλλά και του είδους των παθογόνων που μεταφέρουν) καθώς και προγράμματα κωνωποκτονίας με συστηματικούς ψεκασμούς σε φρεάτια, ρέματα και έλη».