Διχογνωμία επικρατεί στην Κύπρο γύρω από τη δημοσιοποίηση στοιχείων και φωτογραφιών προσώπων που, είτε ως ύποπτοι είτε ως κατηγορούμενοι, σχετίζονται με υποθέσεις σεξουαλικής κακοποίησης ανηλίκων. Αφορμή στάθηκε ο τρόπος χειρισμού της υπόθεσης βιασμών και εκπόρνευσης 12χρονης στα Σεπόλια της Αθήνας, καθώς τόσο ο μαστροπός όσο και οι βιαστές φιγουράρουν στον Τύπο. Τα όσα συμβαίνουν γύρω από την υπόθεση χαρακτήρισε ως τριτοκοσμικά ο πρόεδρος του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου, δρ Χρίστος Κληρίδης. Όπως σημείωσε στον «Φ», πρέπει να προστατεύεται η Αρχή της Δίκαιης Δίκης καθώς και τα προσωπικά δεδομένα. Από την πλευρά της, η Επίτροπος Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, Ειρήνη Λοïζίδου Νικολαΐδου, ανέφερε ότι η δημοσιοποίηση πρέπει να κρίνεται κατά περίπτωση και ότι αρκετές φορές στο παρελθόν το ενέκρινε. Τέλος, η εγκληματολόγος και κοινωνιολόγος Δήμητρα Τσίτση, υπογράμμισε ότι σε τέτοιες υποθέσεις μετά την καταδίκη θα πρέπει να γίνονται γνωστά όλα τα στοιχεία του ατόμου, ώστε οι γονείς να προστατεύουν τα παιδιά τους.

Ειδικότερα, ο δρ Χρίστος Κληρίδης ανέφερε ότι υπάρχουν δύο βασικές πτυχές. Αφενός η προστασία των προσωπικών δεδομένων και των δικαιωμάτων του ατόμου που κατηγορείται και αφετέρου η προστασία της Αρχής της Δίκαιης Δίκης.

«Υπάρχει το τεκμήριο της αθωότητας. Ο καθένας τεκμαίρεται σύμφωνα με το Σύνταγμά μας ότι είναι αθώος μέχρι αποδείξεως του αντιθέτου. Στη Ελλάδα παρ’ όλο που ισχύει το ίδιο τεκμήριο με βάση την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, εντούτοις δεν τηρείται. Δεν θεωρώ σωστό να εκτίθενται άτομα τα οποία, αύριο, μπορεί να αποδειχθεί ότι είναι εντελώς αθώα και αμέτοχα. Χρειάζεται προσοχή. Χρειάζεται αυτό που ονομάζουν στο αγγλοσαξονικό δίκαιο, υπεύθυνος Τύπος», είπε και σχολίασε ότι «δυστυχώς έχουν ξεφύγει εντελώς τα πράγματα στην Ελλάδα». Στην Κύπρο, από την άλλη πλευρά, θα κινούντο διάφοροι μηχανισμοί, είπε. «Υπάρχει η Επίτροπος Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων και η Γενική Εισαγγελία, η οποία μπορεί να επέμβει». 

Όπως ανέφερε ο δρ Κληρίδης, η δημοσιοποίηση στοιχείων υπόπτου ή/και κατηγορούμενου δεν θα συμβάλει στις έρευνες της υπόθεσης. «Αυτό είναι θέμα της Αστυνομίας. Αν έχει μαρτυρικό υλικό ή μπορεί να το εξασφαλίσει, πρέπει να το κάνει με νόμιμο τρόπο. Δεν είναι δουλειά του δημοσιογράφου και του Τύπου». Η δημοσιοποίηση, σημείωσε ακόμη, δεν εξυπηρετεί ούτε το δημόσιο συμφέρον. «Δεν είναι καταδικασμένοι και μπορεί πολύ εύκολα, άτομα που είναι εντελώς αθώα να διασυρθούν σε τέτοιο βαθμό που θα είναι πολύ δύσκολο να αποκαταστήσουν το όνομά τους».  

Βέβαια, είπε, το αν θα δημοσιευτούν στοιχεία μετά την καταδίκη εξαρτάται από την εκάστοτε υπόθεση. «Δεν υπάρχει κάποιος κανόνας που να το απαγορεύει πλήρως. Όμως, εκείνος που δημοσιεύει αυτό το υλικό, διακινδυνεύει να υποστεί κάποιες συνέπειες του νόμου, αν κριθεί στο τέλος ότι η δημοσίευση ήταν δυσανάλογη όσον αφορά το δημόσιο συμφέρον. Είναι θέμα προστασίας του ατόμου». Αν εξυπηρετεί η δημοσίευση το δημόσιο συμφέρον, είπε, θα κριθεί από το αρμόδιο δικαστήριο όταν τεθεί ενώπιόν του το συγκεκριμένο θέμα. Χρειάζεται μέτρο, φειδώ, και η κάθε περίπτωση να εξετάζεται με τα δικά της δεδομένα και κριτήρια, υπογράμμισε. «Οπωσδήποτε έχει δικαιώματα και ο κατηγορούμενος και ο καταδικασθείς. Στην Ελλάδα βλέπουμε αυτή την υπερβολή. Δημόσιες δίκες, δίκες από τα μέσα ενημέρωσης. Αυτά τα πράγματα είναι τριτοκοσμικά. Τελικός κριτής όλων αυτών των θεμάτων είναι το δικαστήριο, η Δικαιοσύνη δηλαδή».

Ένα άλλο ζήτημα με βάση την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, «όταν μιας δίκης προηγηθεί έντονη δημοσιογραφική δραστηριότητα γύρω από τον κατηγορούμενο, τότε ενδέχεται να θεωρηθεί ότι παραβιάζεται και η αρχή της Δίκαιης Δίκης. Διότι και οι δικαστές παρακολουθούν, παρά το γεγονός ότι είναι πιο έμπειροι και δεν επηρεάζονται το ίδιο εύκολα από τον Τύπο. Όμως, η ευρεία δημοσιότητα σε βάρος κάποιου, ενδεχομένως να αντανακλά και στην αντίδραση του εκδικάζοντος δικαστηρίου. Υπάρχουν περιπτώσεις που έχουν ακυρωθεί δίκες, ακριβώς επειδή είχε προηγηθεί τέτοιου είδους έντονη δημοσιογραφική δραστηριότητα». Υπάρχει ο κίνδυνος, διευκρίνισε, να είναι τέτοια η ένταση και η συχνότητα της δημοσιογραφικής κάλυψης του θέματος, ώστε να αντανακλά στην έκβαση της υπόθεσης, υπονομεύοντας την αρχή της Δίκαιης Δίκης.

«Δημοσιοποίηση στοιχείων μετά την καταδίκη»

Τη θέση ότι πρέπει να δημοσιεύονται τα στοιχεία των καταδικασθέντων σε υποθέσεις σεξουαλικής κακοποίησης παιδιών, υπογράμμισε στον «Φ» η Εγκληματολόγος και Κοινωνιολόγος Δήμητρα Τσίτση.

«Στη Ελλάδα δημοσιεύονται τα ονόματα των υπόπτων σε υποθέσεις σεξουαλικής κακοποίησης παιδιών, πριν ακόμη κατηγορηθούν. Αντίθετα, στην Κύπρο δεν δημοσιεύονται στοιχεία ούτε καν μετά την καταδίκη τους. Αυτό με βρίσκει κάθετα αντίθετη», υπογράμμισε. «Πιστεύω ότι μετά την καταδίκη σε υποθέσεις σεξουαλικής κακοποίησης ανηλίκων, βιασμών και άλλων σοβαρών εγκλημάτων, ιδίως όταν σχετίζονται με ανήλικα, ότι έπρεπε να δημοσιεύονται όλα τα στοιχεία. Ακόμη και η διεύθυνση της κατοικίας τους», είπε η κ. Τσίτση.  

«Θα έπρεπε η κοινωνία να γνωρίζει ποιο είναι το πρόσωπο που διέπραξε το έγκλημα καθώς και το πού βρίσκεται. Αν κάποιος καταδικαστεί για υπόθεση σεξουαλικής κακοποίησης παιδιών και αποφυλακιστεί (στην καλύτερη) δέκα χρόνια μετά, αν δηλαδή καταδικάστηκε στα 30 και βγαίνει στα 40, εγώ ως ο γονιός δεν θα πρέπει να γνωρίζω ποιος είναι; Πρόκειται για άτομα που ηδονίζονται με μικρά παιδιά, η παιδεραστία είναι στο μυαλό. Είναι εντάξει αυτό το άτομο να επανενταχτεί κανονικά; Η κοινωνία πρέπει να γνωρίζει ποιος είναι».

Πάντως, εναντίωση εξέφρασε με την πρακτική να δημοσιεύονται τα προσωπικά δεδομένα υπόπτων πριν να κατηγορηθούν ή να καταδικαστούν. Η πρόωρη δημοσιοποίηση των εν λόγω στοιχείων, σημειώνει η κ. Τσίτση, θα δώσει εργαλεία στα χέρια των υπόπτων. «Θεωρώ ότι δεν υπάρχει καπνός χωρίς φωτιά», είπε για άτομα που εμπλέκονται σε τέτοιες υποθέσεις, ακόμη και αν εκ των υστέρων απενοχοποιηθούν. «Μπορεί ο ύποπτος να έχει πολύ καλό δικηγόρο, μπορεί να μην υπάρξουν πολλά στοιχεία για να δέσουν την υπόθεση. Αυτός ο άνθρωπος ίσως να αφεθεί ελεύθερος και να διεκδικήσει και από πάνω αποζημιώσεις. Ακόμη και αν είχε διαπράξει το έγκλημα, θα έχει το δικαίωμα να κινήσει αγωγές. Κάτι τέτοιο συμβαίνει και στην πολύκροτη υπόθεση της Ρούλας Πισπιρίγκου, η οποία προχωράει σε αγωγές για δυσφήμηση. Είναι πιθανόν να κερδίσει χρήματα».

Πρέπει να κρίνεται κατά περίπτωση

Η δημοσιοποίηση πρέπει να κρίνεται κατά περίπτωση, υπογραμμίζει η Επίτροπος Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, Ειρήνη Λοïζίδου Νικολαΐδου, επισημαίνοντας ότι «έδωσε το πράσινο φως αρκετές φορές» για τη δημοσιοποίηση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, ακόμη και φωτογραφιών, για την εξυπηρέτηση και προστασία του κοινωνικού συνόλου, η οποία υπερέχει ξεκάθαρα του δικαιώματος προστασίας της ιδιωτικής ζωής.

«Το ερώτημα που προκύπτει, με βάση τα όσα δημοσιεύονται για το έγκλημα στην Ελλάδα, είναι κατά πόσο η Κυπριακή Αστυνομία μπορεί να δημοσιεύει και φωτογραφίες υποδίκων και προσώπων που τελούν υπό σύλληψη. Η απάντηση είναι ότι, τέτοιες περιπτώσεις πρέπει να κρίνονται κατά περίπτωση, αναφέρει σε τοποθέτησή της η κ. Λοïζίδου.

Είπε ακόμη ότι, «αν οι περιστάσεις είναι τέτοιες και κρίνεται ότι, κάτι τέτοιο αποτελεί αναγκαίο και αναλογικό μέτρο, που θα βοηθήσει το ανακριτικό έργο της Αστυνομίας, τότε μπορεί να δικαιολογηθεί και η δημοσίευση φωτογραφιών υποδίκων και προσώπων που τελούν υπό σύλληψη. Σε κάθε περίπτωση, τα ΜΜΕ δικαιούνται να δημοσιεύουν πληροφορίες ακόμη και φωτογραφίες, όταν το δημοσιογραφικό ενδιαφέρον και το τεκμηριωμένο δημόσιο συμφέρον το απαιτεί».