Ο σχολικός εκφοβισμός έχει πάρει πλέον διαστάσεις μάστιγας, επηρεάζοντας ολοένα και περισσότερους μαθητές σε κάθε επίπεδο της σχολικής ζωής.

Δεν περιορίζεται πλέον μόνο στις τάξεις και τα προαύλια. Ακολουθεί τα παιδιά σε κάθε τους βήμα, ακόμα και κατά τη μετακίνησή τους με τα σχολικά λεωφορεία, είτε κατά τη διαδρομή προς τις σχολικές μονάδες είτε στην επιστροφή προς το σπίτι.

Η αντιμετώπισή του απαιτεί συντονισμένη δράση από σχολεία, γονείς, Αστυνομία και απ΄ όλη την κοινωνία, ώστε τα θύματα να νιώθουν προστασία και οι δράστες να λαμβάνουν τις ανάλογες συνέπειες.

Ο διευθυντής Ανάπτυξης, Επικοινωνίας και Ανθρώπινου Δυναμικού της ΕΜΕΛ, Πέτρος Θεοχαρίδης, περιγράφει στον «Φ» πώς διαχειρίζονται οι οδηγοί τέτοιες καταστάσεις, αλλά και τα μέτρα που εφαρμόζει η εταιρεία για την προστασία των παιδιών. Μπορεί τα περιστατικά αυτά να μη βλέπουν το φως της δημοσιότητας, όμως αρκετές φορές στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης γίνονται αναρτήσεις ή σχόλια για περιστατικά εκφοβισμού, και μάλιστα κάποια από αυτά συμβαίνουν σε σχολικά λεωφορεία.

Κληθείς να απαριθμήσει τα περιστατικά μπούλινγκ και σε ποιο βαθμό εμφανίζονται, ο κ. Θεοχαρίδης σημειώνει ότι «υπάρχουν σε αυξανόμενο βαθμό, ιδιαίτερα τους πρώτους μήνες κάθε νέου σχολικού έτους. Είναι ανησυχητικό και ιδιαίτερα ευαίσθητο ζήτημα στη διαχείρισή του. Φέτος χρειάστηκε, σε διάφορες περιπτώσεις, να συνεργαστούμε ακόμα και με την Αστυνομία».

Στις περισσότερες περιπτώσεις, όπως εξηγεί, τα θύματα είναι μαθητές της Α’ γυμνασίου που δέχονται εκφοβισμό από μεγαλύτερους μαθητές. «Σε κάποιες περιπτώσεις, το μπούλινγκ έχει διαφυλετικό χαρακτήρα, ενώ άλλες φορές αφορά σωματικές ιδιομορφίες. Η αντιμετώπισή τους είναι δύσκολη και ο εντοπισμός τους επίσης, ιδιαίτερα αν δεν ενημερωθούν οι γονείς».

Ο ρόλος των οδηγών

Οι οδηγοί γίνονται συχνά μάρτυρες τέτοιων περιστατικών, αλλά δεν μπορούν πάντα να τα αντιληφθούν. «Σε ένα λεωφορείο με αρκετούς μαθητές, αυτά συμβαίνουν στα πίσω καθίσματα, υπό την κάλυψη άλλων που είναι όρθιοι μπροστά», αναφέρει ο κ. Θεοχαρίδης. Για την προστασία των μαθητών, η ΕΜΕΛ εφαρμόζει πρακτικές όπως η μεταφορά των θυμάτων στα μπροστινά καθίσματα, κοντά στον οδηγό. «Αυτό έχει διπλή λειτουργία. Οι μαθητές που προκαλούν σκέφτονται δύο φορές πριν προβούν σε ενέργειες, ενώ ο οδηγός μπορεί να συνδυάζει την οδήγηση με την προστασία των μαθητών», τονίζει.

Κομβική η συνεργασία

Η ενημέρωση των σχολείων και η συνεργασία με γονείς και Αστυνομία θεωρούνται κομβικές. «Πολλές φορές ενημερώνουμε το σχολείο. Στη Λεμεσό, τα τελευταία δύο – τρία χρόνια, οι παρεμβάσεις των διευθύνσεων των σχολείων είναι καταληκτικές και υπήρξαν περιπτώσεις αποβολών. Σε σοβαρές περιπτώσεις, επιλύθηκε το πρόβλημα με παρέμβαση των γονέων των μαθητών που προκαλούν», εξηγεί.

Μάλιστα, όπως σημειώνει, σε κάποιες περιπτώσεις χρειάστηκε και η παρουσία των οδηγών, κυρίως στην Αστυνομία: «Έτυχε και γίνεται, και οδηγοί και η διεύθυνση συμβάλλουν όσο μπορούν». Η ΕΜΕΛ έχει εξοπλίσει σχεδόν όλα τα λεωφορεία με κάμερες. «Μέσω διαδικασίας με την Αστυνομία, μπορούν να γίνουν διαπιστώσεις και να εντοπιστούν οι εμπλεκόμενοι. Το πρόβλημα γίνεται πιο αισθητό τα τελευταία χρόνια, γιατί τα παιδιά πλέον μιλούν. Παλαιότερα υπέφεραν μόνα τους, χωρίς να το πουν ούτε στους γονείς ούτε στον οδηγό», υπογραμμίζει.

«Το “ευχάριστο” είναι ότι πολλοί συμμαθητές στηρίζουν τα θύματα. Με πληροφορίες και συμπεριφορές δημιουργούν μια γραμμή άμυνας και προστασίας των παιδιών αυτών», αναφέρει ο κ. Θεοχαρίδης. Μεταξύ άλλων, υπογραμμίζει ότι υπάρχει και μια άλλη μορφή μπούλινγκ, όπου κάποιοι μαθητές ενοχλούν προσβλητικά μαθήτριες. «Φέτος, για πρώτη φορά σε μια σοβαρή περίπτωση, είχαμε απαγόρευση σε μαθητές να ξαναμπούν σε λεωφορεία».

Σύστημα έγκαιρης επέμβασης

Ο σχολικός εκφοβισμός μεταφέρεται πλέον και εκτός σχολείου, στα μαθητικά λεωφορεία. Η ΕΜΕΛ έχει αναπτύξει ένα σύστημα έγκαιρης επέμβασης σε συνεργασία με τις διευθύνσεις των σχολείων, την Αστυνομία, τους γονείς αλλά και με την ενεργό συμμετοχή των οδηγών. Τα θύματα συνήθως είναι μαθητές Α’ γυμνασίου, ενώ «η ηλικία των δραστών μειώνεται με την πάροδο του χρόνου. Μέχρι πριν δύο – τρία χρόνια, οι περισσότεροι θύτες ήταν μαθητές λυκείου. Φέτος όμως, παρατηρείται ότι και μαθητές της Γ’ γυμνασίου συμμετέχουν σε περιστατικά, ενώ συχνά θύματα είναι οι μαθητές Α’ γυμνασίου», υπογραμμίζει ο κ. Θεοχαρίδης.  Όπως επισημαίνει καταληκτικά, η ευαισθητοποίηση και η έγκαιρη δράση μπορούν να κάνουν τη διαφορά, προλαμβάνοντας καταστάσεις που θα μπορούσαν να αφήσουν μόνιμα τραύματα.