Για 10 χρόνια περιμένει απάντηση στο αίτημά της για σύνταξη ανικανότητας και παρά τη δικαίωσή της από το Ανώτατο Δικαστήριο, μέχρι και σήμερα δεν έχει επαναξιολογηθεί η κατάστασή της. Πρόκειται για γυναίκα η οποία παρόλο που αξιολογήθηκε το 2017 ως άτομο με μόνιμη σοβαρή αναπηρία, οι αρμόδιες υπηρεσίες στηρίχθηκαν σε ένα λάθος τυπικό του γιατρού της που δεν μιλά ελληνικά και την ταλαιπωρούν για μια 10ετία.
Το θέμα απασχόλησε την Επίτροπο Διοίκησης και Ανθρωπίνων Δικαωμάτων, η οποία κατακεραυνώνει τις αρμόδιες υπηρεσίες και ζητεί από τον γενικό διευθυντή του Υπουργείου Εργασίας όπως εντός ενός μηνός ολοκληρωθεί η επανεξέταση της αίτησής της παραπονούμενης. Το θέμα έφτασε στην Επίτροπο μέσω της Κυπριακής Συνομοσπονδίας Οργανώσεων Αναπήρων (ΚΥΣΟΑ), στις 10 Ιουνίου 2025. Το παράπονο αφορούσε απόρριψη της αίτησης που υπέβαλε γυναίκα κατά το 2016 για σύνταξη ανικανότητας, παρά το γεγονός ότι από το 2017 έχει αξιολογηθεί από το Τμήμα Κοινωνικής Ενσωμάτωσης Ατόμων με Αναπηρία (ΤΚΕΑΑ) ως άτομο με μόνιμη σοβαρή αναπηρία. Παρά τη διαπίστωση αυτή, το Ιατροσυμβούλιο των Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΥΚΑ) έχει αποφασίσει ότι δεν μπορεί να διακρίνει εάν κατά τον ουσιώδη χρόνο η παραπονούμενη ήταν όντως ανίκανη για εργασία και σε ποιο ποσοστό, με αποτέλεσμα να μην προχωρεί σε έγκριση της αίτησής της για την καταβολή σύνταξης ανικανότητας. Αποτελούσε θέση της ΚΥΣΟΑ ότι, με αυτό τον τρόπο παραβιάζονται θεμελιώδη δικαιώματα της παραπονούμενης.
Η παραπονούμενη είχε προσφύγει στο Ανώτατο Δικαστήριο κατά της απορριπτικής απόφασης όπου και πέτυχε ανατροπή της, γιατί, όπως διαπιστώθηκε, η αίτησή της για σύνταξη ανικανότητας απορρίφθηκε μετά από ένα λάθος του ιατρού της, του οποίου η μητρική γλώσσα είναι η γερμανική. Συγκεκριμένα, ενώ ο Δρ ΧΧΧΧ είχε συμπληρώσει το σχετικό έντυπο της ιατρικής έκθεσης απαντώντας αρνητικά στην ερώτηση κατά πόσον η αιτήτρια είναι ανίκανη για την άσκηση του επαγγέλματός της, εντούτοις, στις επόμενες παραγράφους του εντύπου, στις σχετικές ερωτήσεις κατά πόσο η αιτήτρια μπορεί να εργάζεται με μερική απασχόληση στο επάγγελμά της ή εάν μπορεί να εκτελεί προσαρμοσμένη εργασία σε αυτό ή να εκτελεί άλλη εργασία με πλήρες ωράριο, η απάντηση ήταν επίσης αρνητική. Οι κρατικές υπηρεσίες στηρίχθηκαν σ’ αυτό το λάθος και μέχρι σήμερα δεν έχουν προχωρήσει σε επαναξιολόγηση της κατάστασής της.
Σύμφωνα με την Επίτροπο Μαρία Στυλιανού Λοττίδη, στα πλαίσια της υποχρεωτικής πλέον επανεξέτασης η Διοίκηση, στην παρούσα περίπτωση ο τέως υπουργός Εργασίας, όφειλε να προβεί εκ νέου άμεσα σε αξιολόγηση της υπόθεσης της παραπονούμενης με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου και δη την παραπομπή της σε Δευτεροβάθμιο Ιατρικό Συμβούλιο. Αντί τούτου, επέλεξαν να εφεσιβάλουν την απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου, έφεση την οποία απέσυραν στη συνέχεια, τον Ιανουάριο του 2023, μετά από συμβουλή της Νομικής Υπηρεσίας, χάνοντας άπρακτα τρία χρόνια από την έκδοση της δικαστικής απόφασης.
Όπως αναφέρεται σε Έκθεση που συνέταξε η Επίτροπος, στην συνέχεια αποφάσισαν να ακολουθήσουν την νεμομισμένη διαδικασία και να παραπέμψουν την παραπονούμενη στο Δευτεροβάθμιο Ιατρικό Συμβούλιο. Τον Μάιο του 2024, το εν λόγω Ιατροσυμβούλιο αποφάσισε πως δεν ήταν σε θέση να γνωματεύσει περί της ικανότητας της παραπονούμενης για εργασία κατά τον ουσιώδη χρόνο, λόγω μη επαρκών κλινικών δεδομένων. Μετά την πιο πάνω εξέλιξη οι ΥΚΑ αποφάσισαν τον Οκτώβριο του 2025, να παραπεμφθεί η υπόθεση εκ νέου για εξέταση σε πρωτοβάθμιο επίπεδο με βάση όλα τα σχετικά δεδομένα του ουσιώδους χρόνου και συγκεκριμένα λαμβάνοντας υπόψη όλα τα ιατρικά πιστοποιητικά. Η λήψη τελικής απόφασης εκκρεμεί έως σήμερα μετά το πέρας 10 χρόνων από την λήψη της πρώτης απόφασης των ΥΚΑ .
Παραβίαση αρχών διοικητικού δικαίου
Είναι η διαπίστωση της Επιτρόπου ότι εδώ και 10 σχεδόν χρόνια, η αίτηση της παραπονούμενης για σύνταξη ανικανότητας, η οποία με βάση το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας συνιστά θεμελιώδες δικαίωμα, παραμένει σε εκκρεμότητα, χωρίς καμία δική της υπαιτιότητα αλλά λόγω αχρείαστων καθυστερήσεων και τεχνασμάτων αποφυγής της απαιτούμενης επανεξέτασης. Από το 2020 η Διοίκηση καθυστερεί να συμμορφωθεί με δεσμευτική δικαστική απόφαση ταλαιπωρώντας αχρείαστα τον διοικούμενο, στερώντας τα δικαιώματα της για επανεξέταση της αίτησης της για σύνταξη ανικανότητας και κατ´ επέκταση σε αξιοπρεπή διαβίωση. Υπό το φως των πιο πάνω, διαφαίνεται ότι με τη στάση που έχουν τηρήσει οι ΥΚΑ στην προκειμένη υπόθεση, έχουν παραβιαστεί οι γενικές αρχές του διοικητικού δικαίου, όπως κωδικοποιούνται στον Ν. 158(Ι)/1999 και ειδικότερα η παραβίαση του εύλογου χρόνου. Γιατί και αν ακόμα υπάρξει ισχυρισμός για πολυπλοκότητα της υπόθεσης, επ’ ουδενί δεν δικαιολογείται συνολική καθυστέρηση 10 χρόνων και ειδικότερα τα τελευταία πέντε από την έκδοση της απόφασης, για να ληφθούν υπόψη τα ήδη εκδοθέντα ιατρικά πιστοποιητικά που επί πολλού χρόνου είχε ήδη στην κατοχή της η αρμόδια αρχή. Τέτοιου είδους διοικητικοί χειρισμοί δημιουργούν την εντύπωση ότι η δημόσια υπηρεσία αποτυγχάνει στον πυρηνικό ρόλο της για εξυπηρέτηση των αναγκών των πολιτών, με αποτέλεσμα να κλονίζεται η εμπιστοσύνη τους προς την Δημόσια Διοίκηση γενικότερα.
Σε ένα μήνα απόφαση
Μετά τις διαπιστώσεις αυτές, η Επίτροπος Διοίκησης υποβάλλει την Έκθεσή της προς τον Γενικό Διευθυντή Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, την εισήγηση όπως, εντός ενός μηνός, ολοκληρωθεί η επανεξέταση της αίτησης της παραπονούμενης από τις ΥΚΑ στη βάση των ιατρικών πιστοποιητικών που είχαν προσκομιστεί κατά τον ουσιώδη χρόνο, λαμβανομένων υπόψη όλων των ιατρικών και πραγματικών δεδομένων συμπεριλαμβανομένων και των πορισμάτων του Ιατροσυμβουλίου του Τμήματος Κοινωνικής Ενσωμάτωσης Ατόμων με Αναπηρία (ΤΚΕΑΑ).