Το Εφετείο απέρριψε την έφεση αστυνομικού ο οποίος καταδικάστηκε πέρσι σε τρεις μήνες φυλάκιση μετά που κρίθηκε ένοχος από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας σε υπόθεση άσεμνης επίθεσης κατά συναδέλφου του.

Ο αστυφύλακας αντιμετώπιζε συνολικά τέσσερις κατηγορίες και μέσω αυτών του αποδιδόταν ότι κατά ή περί τον Μάρτιο του 2018, παράνομα και άσεμνα επιτέθηκε εναντίον της παραπονούμενης, δηλαδή ότι την άγγιξε σε ευαίσθητο σημείο. Για το ίδιο περιστατικό, αντιμετώπισε την κατηγορία της σεξουαλικής παρενόχλησης, κατά παράβαση άρθρων του περί Ίσης Μεταχείρισης Ανδρών και Γυναικών στην απασχόληση. Αντιμετώπιζε, παράλληλα, δύο κατηγορίες κοινής επίθεσης εναντίον της ίδιας παραπονούμενης σε δύο διαφορετικές ημερομηνίες.

Το Δικαστήριο του επέβαλε ποινή άμεσης φυλάκισης τριών μηνών στην πρώτη κατηγορία και ενός μηνός σε καθεμία από άλλες δύο, ενώ δεν επέβαλε ποινή στην τέταρτη. Σύμφωνα με τα γεγονότα, όπως αναφέρονται στην απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου τα οποία επικαλείται το Εφετείο, η παραπονούμενη και ο κατηγορούμενος γράφτηκαν στην Αστυνομία την ίδια περίοδο. Αρχές Μαρτίου του 2018 ο κατηγορούμενος άρχισε να στέλνει διάφορα μηνύματα στο κινητό τηλέφωνο της παραπονούμενης, στην πλατφόρμα κοινωνικής δικτύωσης «Facebook» και μέσω της εφαρμογής «Viber». Αρχικά η παραπονούμενη απαντούσε στα μηνύματά του, μέχρι που μια μέρα ο κατηγορούμενος της ανάφερε ότι την είχε ερωτευτεί.

Αυτό ενόχλησε την παραπονούμενη, η οποία του ανέφερε ότι πλέον δεν επιθυμούσε να έχει επαφή μαζί του. Παρ’ όλα αυτά, ο κατηγορούμενος συνέχισε να της στέλνει διάφορα μηνύματα, χωρίς η παραπονούμενη να του απαντά σ’ αυτά. Κατά τον ίδιο μήνα, κατά τη διάρκεια διαλείμματος από τα μαθήματα, η παραπονούμενη μετέβηκε στην αίθουσα διδασκαλίας στην Αστυνομική Ακαδημία Κύπρου για να λάβει κάποια προσωπικά της αντικείμενα. Στην τάξη βρίσκονταν δύο αστυφύλακες και ο κατηγορούμενος. Αφού αυτή κατευθυνόταν προς την έξοδο, ο κατηγορούμενος, που βρισκόταν κοντά στην πόρτα εξόδου, την άγγιξε με το ένα του χέρι στη μέση και με το άλλο ταυτόχρονα σε ευαίσθητο σημείο. Η παραπονούμενη ξαφνιάστηκε και πανικοβλήθηκε και έτσι δεν αντέδρασε καθόλου τη δεδομένη στιγμή.

Αμέσως μετά, μετέβη στην καντίνα της Ακαδημίας, όπου συνάντησε δύο φίλες και συναδέλφους της στις οποίες ανέφερε το συμβάν. Δεν προέβη σε καταγγελία του κατηγορουμένου τη δεδομένη στιγμή, αναλογιζόμενη τις συνέπειες που κάτι τέτοιο θα είχε, τόσο για την ίδια ως νέο στέλεχος της αστυνομίας που καταγγέλλει συναδέλφους, όσο και για τον κατηγορούμενο. Οι δύο στη συνέχεια τοποθετήθηκαν στην ίδια μονάδα και περί το τέλος Μαρτίου του 2019 έτυχε να συναντηθούν πρόσωπο με πρόσωπο και ο κατηγορούμενος ήρθε από το πλευρό της και με τον αγκώνα του τη χτύπησε. Η παραπονούμενη θύμωσε και φωνάζοντας ζήτησε από τον κατηγορούμενο να σταματήσει να την ενοχλεί και να την κτυπά, αλλά αυτός την αγνόησε. Το ίδιο περιστατικό συνέβη και στις 19/04/2019. Επειδή πλέον κατάλαβε ότι ο κατηγορούμενος δεν είχε πρόθεση να σταματήσει να την ενοχλεί, πήρε την απόφαση να τον καταγγείλει. Οι πιο πάνω ενέργειες του κατηγορουμένου σε βάρος της παραπονούμενης, αποτελούν μέρος μιας ευρύτερης παρενοχλητικής συμπεριφοράς, η οποία διήρκησε από τον Μάρτιο του 2018 μέχρι την καταγγελία της, είχε διαπιστώσει το Δικαστήριο.

Ο καταδικασθείς παραπονείτο ότι υπήρξαν αντιφάσεις στις μαρτυρίες που δόθηκαν κατά τη δίκη και πως η ποινή έπρεπε να ανασταλεί. Το Εφετείο αφού ανέλυσε τη μαρτυρία κατέγραψε ότι  «δεν εντοπίζουμε σφάλμα, ούτε στην προσέγγιση, ούτε στην κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Ως προαναφέραμε, το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέτασε καθετί σχετικό, αντιπαραβάλλοντας τα διάφορα, ενώπιόν του, στοιχεία μαρτυρίας και εξήγησε τα συμπεράσματά του. Στη βάση των αρχών που εξηγούνται ανωτέρω, δεν παρέχεται πεδίο επέμβασής μας, αφού, αφενός δεν μας βρίσκει σύμφωνους η αναγωγή των σημείων που εγείρονται από τον εφεσείοντα ως ουσιωδών αντιφάσεων στη μαρτυρία, ούτε τα τελικά συμπεράσματα του Δικαστηρίου επί των γεγονότων διαπιστώνεται να συγκρούονται με την κοινή λογική ή με αποδεκτή από το Δικαστήριο μαρτυρία».

Ήταν η κατάληξη του Εφετείου ότι είναι προφανής η σοβαρότητα των αδικημάτων που αφορά η παρούσα υπόθεση και η αναγκαιότητα επιβολής αποτρεπτικών ποινών. Αδικήματα αυτής της φύσης προσβάλλουν την προσωπικότητα του θύματος και πρέπει να τυγχάνουν της απαραίτητης αντιμετώπισης προς αποτροπή. Ορθά, το πρωτόδικο Δικαστήριο απέδωσε σημασία στο γεγονός ότι «τα αδικήματα διαπράχθηκαν από μέλος της αστυνομικής δύναμης, ταγμένο από τη Δημοκρατία με το καθήκον διαφύλαξης της τήρησης του νόμου και της τάξης και την καταπολέμηση του εγκλήματος», καθώς επίσης και στο ότι διαπράχθηκαν εναντίον γυναίκας συναδέλφου του, εν ώρα υπηρεσίας. Επρόκειτο για τρία περιστατικά, παρά τη διαμαρτυρία της παραπονούμενης για την παρενόχληση που της προκαλούσε ο εφεσείων με τις ενέργειες του.

Μετά τις διαπιστώσεις αυτές απέρριψε τις εφέσεις του παραπονούμενου και του Γενικού Εισαγγελέα.