Ο Χαράλαμπος Μερακλής κάνει εισηγήσεις για ανασυγκρότηση και ανάπτυξη των χωρών.
Όλες σχεδόν οι χώρες και λαοί αναζητούν τρόπους και διεξόδους για να μεταπηδήσουν σε νέα εποχή ανασυγκρότησης και ανάπτυξης, αφήνοντας πίσω τους την ύφεση και τα χρόνια αποσταθεροποίησης που διήλθαν.
Για να επιτευχθεί αυτό και να σταθούν στα πόδια τους οι επηρεαζόμενες χώρες χρειάζονται ριζικές μεταρρυθμίσεις σε όλους τους τομείς του Δημοσίου, κοινωνίας και μακριά από το παραδοσιακό μοντέλο ανάπτυξης, κατανάλωσης και του κράτους παραγωγού επιχειρηματία αλλά εκείνου του κράτους που θα εγγυάται τις αλλαγές και θα τις φέρει σε πέρας με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, αναβαθμίζοντας τον ρυθμιστικό και ελεγκτικό του ρόλο.
Στις πλείστες των περιπτώσεων όπου προγραμματίζονται μεταρρυθμίσεις αυτές δεν παίρνουν σάρκα και οστά γιατί οι προθέσεις, υποσχέσεις και προσδοκίες δεν ταυτίστηκαν ποτέ μεταξύ τους.
Στις περιπτώσεις που αυτές πραγματοποιούνται οφείλονται στην πολιτική βούληση και αποφασιστικότητα καθώς επίσης ότι αυτές συναντήθηκαν με τα κοινωνικά αιτήματα και τις ανάγκες της ανάπτυξης για να εξαλειφθούν κάποιες κρατικές και κοινωνικές παθογένειες.
Σε όλες τις περιπτώσεις οι μεταρρυθμίσεις διέρχονται μέσω του ιδεολογικού κόσκινου και του νοήματος που έχουν αυτές και γι’ αυτό παρατηρούμε ιδεολογικές αγκυλώσεις, σοφιστικές αντιλήψεις κ.λπ. που παρεμποδίζουν την ωφελιμότητα των αλλαγών επειδή σαν χώρα και λαός της ενδιαφερόμενης χώρας δεν έγιναν μέρος της ζητούμενης αλλαγής σύμφωνα με τον Μανχάταν Γκάντι.
Θα πρέπει να γίνει κατανοητό πως μια μεταρρύθμιση είναι σύμφυτη με την έννοια της προσαρμογής στο σύγχρονο πολιτικο-οικονομικό περιβάλλον με στόχο τη βελτίωση της αποτελεσματικότητας της ανθρώπινης δράσης προκειμένου να αυξηθεί η ευημερία των πολιτών της ενδιαφερόμενης χώρας ή της κοινότητας.
Είναι γεγονός από μια μεταρρύθμιση ότι δεν επωφελούνται όλοι οι πολίτες με τον ίδιο τρόπο και στον ίδιο βαθμό. Στόχος μιας μεταρρύθμισης είναι να επιτευχθεί συνολικό όφελος σύμφωνα με τις διαβαθμίσεις και τις θέσεις που βρίσκονται οι διάφορες κοινωνικές ομάδες.
Το ερώτημα που συχνά τίθεται είναι γιατί αποτυγχάνουν οι μεταρρυθμίσεις ή δεν επιχειρούνται νέες προσαρμογές. Αυτό οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην ικανότητα των επιμέρους επαγγελματικών ομάδων να αντιστέκονται σ’ αυτές λόγω της στενής τους σχέσης με την εξουσία που επιχειρεί τη μεταρρύθμιση ή θεωρούν πως αυτή τους ζημιώνει.
Πέραν των αναφερόμενων οφείλεται και στον φόβο της εξουσίας να αντιμετωπίσει την αντίδραση των ομάδων που έχουν συμφέροντα και στο πολιτικό κόστος που θα έχει από έναν αναπτυσσόμενο διάλογο για μια μεταρρύθμιση καθώς επίσης και από τη φύση της μεταρρύθμισης που πιθανόν να έχει αρκετούς εχθρούς.
Η επιτυχία μιας μεταρρύθμισης εξαρτάται από τη γνώση που έχουν οι διάφοροι παράγοντες με την ιστορία και τις παραδόσεις της χώρας τους, όπου θα γίνει η αλλαγή και στην απουσία ευρύτερων συναινέσεων με αποκορύφωμα τις έντονες πολιτικές αντιπαραθέσεις που δηλητηριάζουν το συναινετικό πνεύμα.
Είναι αλήθεια πως μια μεταρρύθμιση είναι η δυσκολότερη άσκηση για οποιαδήποτε πολιτική εξουσία σε οποιαδήποτε χώρα και γι’ αυτό απαιτείται προσοχή, επιμονή, πειθώ και σταθερότητα στον στόχο.
Γι’ αυτό η επιτυχία μιας μεταρρύθμισης αφήνει πίσω της, σύμφωνα με τον Μακιαβέλλι, σπουδαίους ηγέτες που παραμένουν στην ιστορία.
Για να έχει σήμερα επιτυχία μια μεταρρύθμιση απαιτείται ενότητα πολιτικών δυνάμεων και λαού η οποία και να στηρίζεται σε μια μακρόπνοη ανάπτυξη με νέο αναπτυξιακό και παραγωγικό πολυδιάστατο πρότυπο και θα είναι ανοικτή στον κόσμο και θα έχει μέλλον και που θα βασίζεται στον ανταγωνισμό, εξωστρέφεια, καινοτομία και θα συνοδεύεται από ένα νέο θεσμικό, ρυθμιστικό, σύγχρονο και αποτελεσματικό πλαίσιο, γιατί το παλαιό μοντέλο κατέρρευσε και έφερε τις γνωστές συνέπειες.
Στόχος όλων θα πρέπει να είναι η δημιουργία ενός νέου μέλλοντος για επιβίωση, ευημερίας για την ενδιαφερόμενη χώρα.