Αεροσυνοδός από τη Βρετανία πήγε στην Αγία Νάπα τον περασμένο Νοέμβριο, τα «κοπάνησε» σε μπαρ και βρέθηκε την επομένη κατηγορούμενος για άσεμνη επίθεση κατά άντρα. Καταδικάστηκε σε φυλάκιση με αναστολή και τώρα παραπονείται ότι δεν είχε αντιληφθεί τι γινόταν στο δικαστήριο.

Η υπόθεση εκδικάστηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Αμμοχώστου στις 17.11.2025 και αφού ο 32χρονος Βρετανός, παραδέχθηκε τις κατηγορίες που αντιμετώπιζε, με σοβαρότερη αυτή που αφορούσε το αδίκημα της άσεμνης επίθεσης εναντίον άνδρα, του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 9 μηνών με αναστολή, η οποία του απαγγέλθηκε την επομένη. Μετά την καταδίκη του αυτός επέστρεψε στο Λονδίνο και αφού αντιλήφθηκε τις συνέπειες της καταδίκης του στην εργασία του, καταχώρισε αίτηση στο Εφετείο με την οποία ζητούσε διάταγμα ή άδεια του Δικαστηρίου για παράταση της προθεσμίας καταχώρισης έφεσης κατά της καταδίκης του.   

Σύμφωνα με τα γεγονότα, ο αιτητής είναι Άγγλος υπήκοος ηλικίας 32 ετών, ο οποίος εργάζεται ως αεροσυνοδός. Υποστηρίζει ότι τέλεσε τα επίδικα αδικήματα, έχοντας καταναλώσει ποσότητα αλκοόλ. Λόγω του ότι δεν θυμόταν τίποτα από τα επίδικα γεγονότα, ούτε πώς επέστρεψε στο ξενοδοχείο του, γεγονός ασύνηθες για τον ίδιο, υποπτεύεται ότι ενδεχομένως να είχε τοποθετηθεί κάποια ουσία στο ποτό του, που οδήγησε στην παντελή απώλεια της μνήμης του. Την επομένη των επίδικων γεγονότων, ημέρα Κυριακή, περί την 6 μ.μ. τον επισκέφθηκαν δύο αστυνομικοί στο ξενοδοχείο του και του ανέφεραν ότι υπήρξε κάποιος διαπληκτισμός με την Αστυνομία. Δεν του δόθηκαν έγγραφα, αλλά του ανέφεραν ότι την επομένη, ημέρα Δευτέρα, στις 8 π.μ., θα έπρεπε να παρουσιαστεί στον Αστυνομικό Σταθμό και μετέπειτα στο Δικαστήριο. Ο ίδιος βρισκόταν σε κατάσταση σοκ, έτσι η αδελφή του και ο συγκάτοικός του, μαζί με τους οποίους βρισκόταν στην Κύπρο, βρήκαν δικηγόρο όπως τον εκπροσωπήσει, τον οποίο συνάντησε την επομένη το πρωί, στον Αστυνομικό Σταθμό. Η μόνη εξήγηση η οποία του δόθηκε από τον εν λόγω δικηγόρο ήταν ότι κατηγορείτο, μεταξύ άλλων, επειδή άρπαξε τα γεννητικά όργανα κάποιου αστυνομικού.

Στη συνέχεια, ο εν λόγω δικηγόρος τού ανέφερε ότι αν δήλωνε παραδοχή στις κατηγορίες, θα αφαιρείτο κατηγορία, χωρίς όμως να του εξηγήσει τις συνέπειες της παραδοχής. Κατόπιν οδηγιών του δικηγόρου, μέσα στην αίθουσα του Δικαστηρίου, όταν ο δικηγόρος του έκανε νεύμα με το κεφάλι, ο αιτητής απαντούσε «ναι». Ο αιτητής υποστήριξε ότι μπήκε στο Δικαστήριο σε κατάσταση σοκ, φόβου και σύγχυσης, χωρίς να κατανοεί πλήρως τις επιλογές του, και χωρίς σωστή καθοδήγηση ως προς αυτές. Σημειώνεται, ότι υπήρξε διερμηνέας κατά τη διαδικασία. Ο αιτητής υποστηρίζει ότι άκουσε τις κατηγορίες για πρώτη φορά στην αίθουσα του Δικαστηρίου και ενόψει της έντονης ψυχολογικής πίεσης, δεν μπόρεσε να κατανοήσει πλήρως τι ακριβώς είχε λεχθεί.

Μετά την καταδίκη του επέστρεψε στη Βρετανία και άρχισε να ζητεί τα έγγραφα της δίκης.

Μετέπειτα, ενημερώθηκε από τον θείο του, με τον οποίο διέμενε στην Αγγλία, ότι την 10.12.2025 η αγγλική Αστυνομία τον επισκέφθηκε στην οικία του για να επιδώσει κάποια έγγραφα. Σε επαφή με τη βρετανική Αστυνομία του επεξηγήθηκε η φύση της διαδικασίας στην Κύπρο, και όλα τα επακόλουθα, καθώς επίσης και ότι λόγω του ότι η κατηγορία αφορά σε σεξουαλικό αδίκημα και του έχει επιβληθεί ποινή φυλάκισης πέραν των 6 μηνών, θα απαιτηθεί η εγγραφή του σε σχετικό Μητρώο Παραβατών, (Sex Offenders Register), στο Ηνωμένο Βασίλειο. Ο αιτητής υποστηρίζει ότι ήταν σε αυτή τη χρονική στιγμή που αντιλήφθηκε πως, δεν «είχε κλείσει» η υπόθεσή του γι’ αυτό και βάσει ιατρικής γνωμάτευσης τοποθετήθηκε σε άδεια, λόγω οξείας ψυχολογικής καταπόνησης.

Το Εφετείο αφού έλαβε υπόψη την απολογία του μέσω του δικηγόρου του στο Δικαστήριο έκρινε πως «τα όσα ανέφερε ο αιτητής δεν αποτελούν επαρκές υπόβαθρο, ώστε να ικανοποιηθούμε ότι δεν αντελήφθη τη φύση της κατηγορίας ή ότι δεν είχε πρόθεση να παραδεχθεί». Συνακόλουθα, το Δικαστήριο θεώρησε ότι η έφεση εναντίον της καταδίκης του δεν θα μπορούσε να έχει πιθανότητα επιτυχίας, γι’ αυτό και απέρριψε το αίτημα.