Την άμεση αποφυλάκιση αιτητή ασύλου από τη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό διέταξε το Ανώτατο Δικαστήριο, κρίνοντας ότι η 15μηνη κράτησή του για σκοπούς απέλασης έχει υπερβεί τον εύλογο χρόνο και έχει καταστεί παράνομη και αδικαιολόγητη, καθώς δεν υπάρχει πλέον ρεαλιστική προοπτική απομάκρυνσής του από την Κυπριακή Δημοκρατία.
Στην απόφαση που εξέδωσε στις 8 Μαΐου 2026 ο Δικαστής Ι. Ιωαννίδης, το Δικαστήριο έκανε δεκτή αίτηση για έκδοση εντάλματος Habeas Corpus που υπέβαλε ο 27χρονος, ο οποίος κρατείτο στο ΧΩΚΑΜ Μενόγειας από τις 12 Φεβρουαρίου 2025.
Σύμφωνα με τα γεγονότα της υπόθεσης, ο αιτητής είχε εισέλθει παράνομα στην Κύπρο, ωστόσο παρουσιάστηκε στις αρμόδιες Αρχές και υπέβαλε αίτηση ασύλου τον Ιούλιο του 2022. Παρέμεινε ελεύθερος και εργαζόταν στην Πάφο μέχρι τον Νοέμβριο του 2024, όταν η αίτησή του θεωρήθηκε σιωπηρώς αποσυρθείσα.
Ο αιτητής συνελήφθη τον Φεβρουάριο του 2025, όταν επισκέφθηκε την Υπηρεσία Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Πάφου για να πληροφορηθεί γιατί είχε απωλέσει το καθεστώς αιτητή διεθνούς προστασίας. Την επόμενη ημέρα εκδόθηκαν εναντίον του διατάγματα κράτησης και απέλασης.
Στη συνέχεια υπέβαλε αίτημα επανανοίγματος του φακέλου του, το οποίο έγινε αποδεκτό τον Μάρτιο του 2025. Το Δικαστήριο σημείωσε ότι με την επαναφορά του στο καθεστώς αιτητή διεθνούς προστασίας ακυρώθηκε το αρχικό διάταγμα κράτησης και εκδόθηκε νέο διάταγμα δυνάμει του περί Προσφύγων Νόμου, ενώ το διάταγμα απέλασης ανεστάλη. Η αίτηση ασύλου απορρίφθηκε αργότερα και ο αιτητής καταχώρισε προσφυγή, η οποία εξακολουθεί να εκκρεμεί.
Ο αιτητής υποστήριξε ενώπιον του Δικαστηρίου ότι η συνέχιση της κράτησής του ήταν «παράνομη, αδικαιολόγητη και καταχρηστική», καθώς δεν υπήρχε πραγματική προοπτική απέλασής του όσο εκκρεμούσε η προσφυγή του.
Το Ανώτατο Δικαστήριο επανέλαβε ότι η διαδικασία Habeas Corpus αποτελεί το κατεξοχήν μέσο ελέγχου της νομιμότητας μιας παρατεταμένης κράτησης και υπογράμμισε ότι η ελευθερία του ατόμου συνιστά ύψιστο αγαθό σε ένα κράτος δικαίου.
Το Δικαστήριο σημείωσε ότι ο αιτητής ουδέποτε απέκρυψε την ταυτότητα ή τη χώρα καταγωγής του και ότι οι Αρχές γνώριζαν εξαρχής τα πραγματικά του στοιχεία. Παράλληλα, επεσήμανε ότι η εκκρεμότητα της προσφυγής του καθιστά, στο παρόν στάδιο, αδύνατη την απέλασή του.
Το Δικαστήριο έκρινε ότι η κράτηση διάρκειας περίπου 15 μηνών δεν μπορεί να θεωρηθεί ευκαταφρόνητη, ιδιαίτερα αφού δεν υφίσταται επί του παρόντος προοπτική απομάκρυνσής του από τη χώρα. Στην απόφαση γίνεται εκτενής αναφορά σε προηγούμενη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και του ΕΔΑΔ, σύμφωνα με την οποία η κράτηση για σκοπούς απέλασης επιτρέπεται μόνο για όσο χρονικό διάστημα οι Αρχές ενεργούν με τη δέουσα επιμέλεια προς υλοποίηση της απομάκρυνσης.
«Η ελευθερία του ατόμου είναι το ύψιστο αγαθό που πρέπει να διασφαλίζεται σε κάθε δημοκρατική κοινωνία», αναφέρεται χαρακτηριστικά στην απόφαση.
Καταλήγοντας, το Δικαστήριο έκρινε ότι η συνέχιση της κράτησης του αιτητή υπερέβαινε πλέον το εύλογο χρονικό διάστημα και διέταξε την άμεση αποφυλάκισή του. Παράλληλα, επιδίκασε υπέρ του αιτητή τα δικαστικά έξοδα, καθώς και τα έξοδα διερμηνέα σε βάρος της Κυπριακής Δημοκρατίας.