Νέα τροπή πήρε δικαστική διαμάχη για χρέη από ενοίκια, καθώς το Εφετείο ακύρωσε απόφαση του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων Λευκωσίας, με την οποία είχε διαταχθεί ενοικιαστής να καταβάλλει €500 μηνιαίως για εξόφληση δικαστικού χρέους προς πρώην εκμισθωτή του, κρίνοντας ότι η πρωτόδικη κρίση βασίστηκε σε ανεπαρκές και μη ασφαλές αποδεικτικό υπόβαθρο.
Η υπόθεση προέκυψε μετά από προηγούμενη απόφαση του 2018, με την οποία το Δικαστήριο είχε διατάξει τον ενοικιαστή να παραδώσει το επίδικο υποστατικό και να καταβάλει συνολικά δεκάδες χιλιάδες ευρώ για οφειλόμενα ενοίκια, ενδιάμεσα οφέλη, τόκους και δικαστικά έξοδα.
Σύμφωνα με τα δεδομένα της υπόθεσης, ο ενοικιαστής παρέδωσε το υποστατικό τον Μάιο του 2018, χωρίς όμως να εξοφλήσει το εξ αποφάσεως χρέος. Ακολούθησε διαδικασία εκτέλεσης της απόφασης, με το ένταλμα κατάσχεσης κινητής περιουσίας να επιστρέφεται ανεκτέλεστο, καθώς διαπιστώθηκε ότι δεν υπήρχε κινητή περιουσία προς κατάσχεση.
Ο ιδιοκτήτης καταχώρισε ακολούθως αίτηση, ζητώντας να εκδοθεί διάταγμα αποπληρωμής του χρέους με μηνιαίες δόσεις, υποστηρίζοντας ότι ο οφειλέτης διέθετε εισοδήματα από εργασία και άλλες πηγές. Το πρωτόδικο δικαστήριο είχε καταλήξει ότι ο οφειλέτης μπορούσε να διαθέτει €500 μηνιαίως για αποπληρωμή του χρέους.
Κατά την εξέταση της οικονομικής κατάστασης του ενοικιαστή, το Δικαστήριο είχε λάβει υπόψη όχι μόνο τον δικό του μισθό από εργασία σε εστιατόριο, αλλά και το εισόδημα της συζύγου του, η οποία εργαζόταν ως τραπεζική υπάλληλος, καθώς και πιθανά κέρδη από την οικογενειακή επιχείρηση εστίασης.
Το Εφετείο έκρινε ότι η προσέγγιση αυτή ήταν προβληματική, επισημαίνοντας ότι δεν υπήρχε επαρκής μαρτυρία για τις οικονομικές υποχρεώσεις της συζύγου ούτε για τα πραγματικά έξοδα της επιχείρησης. Ιδιαίτερη αναφορά έγινε σε δάνειο ύψους €1.800 μηνιαίως που αποκοπτόταν από τον μισθό της συζύγου, χωρίς το πρωτόδικο δικαστήριο να διερευνήσει επαρκώς τους όρους και τη δυνατότητα διακοπής των πληρωμών.
Το Εφετείο έκρινε επίσης αυθαίρετο τον υπολογισμό του πρωτόδικου δικαστηρίου ότι το ένα τρίτο των εσόδων της επιχείρησης αποτελούσε διαθέσιμο οικογενειακό κέρδος, σημειώνοντας ότι δεν υπήρχε σχετική μαρτυρία ούτε είχαν εξεταστεί αναλυτικά τα λειτουργικά έξοδα του εστιατορίου.
Στην ομόφωνη απόφαση, το Εφετείο υπογράμμισε ότι διαδικασίες αυτού του είδους έχουν «ανακριτικό χαρακτήρα» και το δικαστήριο οφείλει να διερευνά πλήρως τα πραγματικά οικονομικά δεδομένα του οφειλέτη πριν εκδώσει διάταγμα αποπληρωμής. Τόνισε ακόμη ότι δεν μπορεί να εκδοθεί διάταγμα εάν αυτό στερεί από τον οφειλέτη τη δυνατότητα κάλυψης των βασικών βιοτικών αναγκών του ίδιου και της οικογένειάς του.
Παράλληλα, το Δικαστήριο απέρριψε τον ισχυρισμό του ιδιοκτήτη ότι η αποδοχή της έφεσης θα ενθάρρυνε την αποφυγή πληρωμής δικαστικών αποφάσεων, σημειώνοντας ότι οι δικαστικές αποφάσεις πρέπει μεν να είναι εφαρμόσιμες και αποτελεσματικές, αλλά να στηρίζονται σε στέρεη αποδεικτική βάση.
Ως αποτέλεσμα, το Εφετείο έκανε δεκτή την έφεση, ακύρωσε την πρωτόδικη απόφαση και διέταξε επανεκδίκαση της αίτησης από το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων Λευκωσίας. Παράλληλα, επιδίκασε €1.200 έξοδα υπέρ του εφεσείοντος, πλέον ΦΠΑ.