Συναγερμός έχει σημάνει στις κτηνιατρικές και τοπικές αρχές μετά τον εντοπισμό κρούσματος αφθώδους πυρετού σε μονάδα αιγοπροβάτων στην κοινότητα Πάχνας, στην επαρχία Λεμεσού, προκαλώντας έντονη ανησυχία στους κτηνοτρόφους και φόβους για σοβαρό πλήγμα στην κτηνοτροφία και την παραγωγή αιγοπρόβειων προϊόντων της περιοχής.
Η μονάδα, στην οποία εντοπίστηκε το κρούσμα, διαθέτει 66 αιγοπρόβατα, ενώ οι αρμόδιες υπηρεσίες έχουν ήδη θέσει την περιοχή σε καθεστώς επιτήρησης, πραγματοποιώντας εκτεταμένους ελέγχους και δειγματοληψίες σε ακτίνα τριών χιλιομέτρων. Την ίδια ώρα, κτηνοτρόφοι παρακολουθούν με αγωνία την κατάσταση, καθώς στην ευρύτερη περιοχή λειτουργούν δεκάδες μονάδες με χιλιάδες αιγοπρόβατα, αλλά και τυροκομεία που βασίζονται αποκλειστικά στην παραγωγή αιγοπρόβειου γάλακτος.
«Ξημέρωσε μια δύσκολη μέρα για την ευρύτερη περιοχή, γιατί, όπως έχουμε ενημερωθεί, εντοπίστηκε το πρώτο κρούσμα σε μια οικογενειακή μάντρα με περίπου 73 ζώα. Η περιοχή έχει αποκλειστεί, υπάρχει αστυνομική παρουσία και δεν μπορεί να πλησιάσει κανένας. Σήμερα βρίσκονται στην περιοχή πέντε συνεργεία των Κτηνιατρικών Υπηρεσιών Λεμεσού, τα οποία πραγματοποιούν ελέγχους στις μάντρες, ενώ έχει επιβληθεί αποκλεισμός σε ακτίνα 3 χιλιομέτρων. Σε δύο με τρεις ημέρες θα γνωρίζουμε τι συμβαίνει και στις υπόλοιπες μονάδες», ανέφερε σε δηλώσεις του στους δημοσιογράφους, ο κοινοτάρχης Πάχνας, Ανδρέας Σάββας.
Όπως ανέφερε, σε αντίθεση με άλλες περιοχές όπου υπάρχουν οργανωμένες κτηνοτροφικές ζώνες, στην Πάχνα οι μονάδες είναι διάσπαρτες, γεγονός που δημιουργεί συγκρατημένη αισιοδοξία ότι ίσως αποτραπεί η εξάπλωση της νόσου.
«Εδώ οι μάντρες δεν είναι η μία δίπλα στην άλλη. Είναι πιο απομονωμένες και εύχομαι να αποφύγουμε τη γενίκευση, γιατί σε διαφορετική περίπτωση θα καταστραφούν τα πάντα. Το γεγονός ότι η συγκεκριμένη μονάδα βρίσκεται σε απομακρυσμένο σημείο και διαθέτει μικρό αριθμό ζώων, μας δίνει μια ελπίδα», είπε χαρακτηριστικά.
Ο κ. Σάββας επεσήμανε ακόμη ότι οι αρμόδιες υπηρεσίες αναζητούν ήδη τον κατάλληλο χώρο για την ταφή των ζώων, διαδικασία που, όπως είπε, απαιτεί την τήρηση αυστηρών προδιαγραφών. «Όλοι περιμένουμε με αγωνία τις επόμενες ώρες και τα αποτελέσματα των ελέγχων», πρόσθεσε.
«Πώς έφτασε ο ιός από τη Λευκωσία μέχρι την Πάχνα»
Την έντονη ανησυχία του εξέφρασε και ο κτηνοτρόφος Κώστας Σαλάτας, ο οποίος διατηρεί περίπου 1.000 αιγοπρόβατα σε μονάδα που βρίσκεται σε απόσταση περίπου ενός χιλιομέτρου από τη φάρμα όπου εντοπίστηκε το κρούσμα.
«Το περίεργο είναι πως αυτή η μάντρα βρέθηκε θετική, γιατί βρίσκεται σε έναν απομονωμένο χώρο. Ο άνθρωπος έχει γύρω στα 70 ζώα, παρασκευάζει μόνος του χαλούμια και σχεδόν κανείς δεν πηγαίνει εκεί. Δεν γνωρίζω τι μέτρα έχουν ληφθεί από τις Κτηνιατρικές Υπηρεσίες ούτε πώς έφτασε ο ιός από τη Λευκωσία μέχρι την Πάχνα», ανέφερε.
«Ανησυχούμε πάρα πολύ. Είναι η ζήση μας. Σε ακτίνα τριών χιλιομέτρων υπάρχουν 42 φάρμες με περίπου 15.000 αιγοπρόβατα. Μιλάμε αποκλειστικά για αιγοπρόβατα». Όπως είπε, οι Κτηνιατρικές Υπηρεσίες έχουν ήδη ενημερώσει τους κτηνοτρόφους ότι θα πραγματοποιηθούν δειγματοληψίες σε όλες τις μονάδες της περιοχής.
«Ακόμη δεν μας έχουν πει κάτι συγκεκριμένο. Πέντε συνεργεία από το Κτηνιατρείο Λεμεσού έχουν ξεκινήσει τους ελέγχους και μέσα στις επόμενες δύο με τρεις ημέρες αναμένεται να ολοκληρωθούν οι δειγματοληψίες», σημείωσε. Παράλληλα, επεσήμανε ότι τα κοπάδια είχαν εμβολιαστεί πρόσφατα.
«Το δεύτερο εμβόλιο έγινε πριν από περίπου έναν μήνα και το ίδιο έκαναν και οι υπόλοιποι κτηνοτρόφοι», ανέφερε.
Σημειώνεται ότι η ζώνη επιτήρησης των τριών χιλιομέτρων καλύπτει ολόκληρη την κοινότητα Πάχνας καθώς και το Πραστειό.
Την ίδια ώρα, παραμένει άγνωστος ο τρόπος με τον οποίο μολύνθηκε η συγκεκριμένη μονάδα, με τις αρμόδιες αρχές να εξετάζουν όλα τα ενδεχόμενα. Μεταξύ των σεναρίων που βρίσκονται υπό διερεύνηση είναι και το ενδεχόμενο μεταφοράς ζωοτροφών από τη Λευκωσία, χωρίς ωστόσο μέχρι στιγμής να υπάρχει οποιαδήποτε επιβεβαίωση.
Σύμφωνα με το αρμόδιο Υπουργείο, αναμένεται να ξεκινήσει άμεσα διαδικασία ιχνηλάτησης, ώστε να διαπιστωθεί η πηγή της μόλυνσης και να αποτραπεί περαιτέρω διασπορά της νόσου.
Αξίζει να σημειωθεί ότι στην περιοχή λειτουργούν οκτώ τυροκομεία, τα οποία επεξεργάζονται αποκλειστικά αιγοπρόβειο γάλα για την παραγωγή χαλουμιού, γιαουρτιού, αναρής και άλλων παραδοσιακών προϊόντων, γεγονός που εντείνει ακόμη περισσότερο την αγωνία για τις πιθανές επιπτώσεις στην τοπική οικονομία και παραγωγή.