Παρά το γεγονός ότι πατέρας και ο αδελφός απέσυραν τις καταγγελίες τους και δήλωσαν πως δεν επιθυμούν να καταθέσουν εναντίον του, το Εφετείο έκρινε ότι ο κατηγορούμενος για απόπειρα εμπρησμού, απειλές και παρενόχληση πρέπει να παραμείνει πίσω από τα κάγκελα, θεωρώντας ότι δεν προέκυψαν νέα ουσιαστικά δεδομένα που να δικαιολογούν την αποφυλάκισή του. Ως εκ τούτου, το Εφετείο επικύρωσε την απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας για συνέχιση της κράτησης του μέχρι την επόμενη δικάσιμο της 4ης Ιουνίου 2026, απορρίπτοντας την έφεση που είχε ασκήσει εναντίον της κράτησής του.

Ο εφεσείων αντιμετωπίζει επτά κατηγορίες, οι οποίες αφορούν δύο αδικήματα απόπειρας εμπρησμού, τρεις κατηγορίες απειλής και δύο κατηγορίες παρενόχλησης, με παραπονούμενους τον πατέρα και τον αδελφό του. Τα αδικήματα φέρονται να διαπράχθηκαν στις 21 Μαρτίου 2026.

Κατά την αρχική διαδικασία στις 26 Μαρτίου 2026, η Κατηγορούσα Αρχή είχε ζητήσει την κράτηση του κατηγορουμένου μέχρι τη δίκη, επικαλούμενη κίνδυνο φυγοδικίας και κίνδυνο επαναδιάπραξης αδικημάτων. Ενώπιον του Δικαστηρίου τέθηκε το ποινικό μητρώο του, το οποίο περιλαμβάνει προηγούμενη καταδίκη με ποινή φυλάκισης τρεισήμισι ετών για σοβαρά αδικήματα, καθώς και δύο εκκρεμούσες υποθέσεις παρόμοιας φύσης.

Η υπεράσπιση είχε δώσει ιδιαίτερη έμφαση στο γεγονός ότι τόσο ο πατέρας όσο και ο αδελφός του κατηγορουμένου απέσυραν τα παράπονά τους και δήλωσαν ότι δεν επιθυμούν να καταθέσουν εναντίον του. Υποστηρίχθηκε ότι, λόγω αυτής της εξέλιξης, η πιθανότητα καταδίκης ήταν πλέον εξαιρετικά αδύναμη, ενώ δεν υφίστατο ούτε κίνδυνος διάπραξης νέων αδικημάτων.

Το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε κρίνει ότι, παρά την απόσυρση των παραπόνων, το μαρτυρικό υλικό στην όψη του εξακολουθούσε να δημιουργεί πιθανότητα καταδίκης, διευκρινίζοντας ότι στο στάδιο εξέτασης της κράτησης δεν γίνεται εις βάθος αξιολόγηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας ούτε οριστική κρίση επί της ουσίας της υπόθεσης.

Στην έφεσή του, ο κατηγορούμενος προέβαλε ότι προέκυψαν νέα δεδομένα, καθώς οι δύο παραπονούμενοι υπέβαλαν πλέον και ένορκες δηλώσεις με τις οποίες αποσύρουν επίσημα τα παράπονά τους. Η υπεράσπιση υποστήριξε ακόμη ότι αναμενόταν να υποβληθεί αίτημα προς τον Γενικό Εισαγγελέα για αναστολή της ποινικής δίωξης.

Το Εφετείο, ωστόσο, έκρινε ότι οι ένορκες δηλώσεις δεν συνιστούν νέο διαφοροποιητικό στοιχείο, αφού το περιεχόμενό τους ήταν ήδη γνωστό και είχε τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την πρώτη διαδικασία κράτησης μέσω συμπληρωματικών καταθέσεων των παραπονούμενων. Σύμφωνα με την απόφαση, το μόνο νέο στοιχείο ήταν η χρονική παράταση μέχρι την επόμενη δικάσιμο, η οποία όμως δεν θεωρήθηκε υπερβολική ούτε ικανή να ανατρέψει την προηγούμενη κρίση περί αναγκαιότητας της κράτησης.

Το τριμελές Εφετείο, αποτελούμενο από τους δικαστές Μ. Αμπιζά, Στ. Χριστοδουλίδου-Μεσσίου και Ι. Στυλιανίδου, υπογράμμισε ότι μετά από αρχική και τελεσίδικη απόφαση κράτησης, το Δικαστήριο εξετάζει μόνο κατά πόσο έχουν προκύψει ουσιαστικά νέα δεδομένα που να δικαιολογούν διαφοροποίηση της προηγούμενης κρίσης.

Καταλήγοντας, το Εφετείο έκρινε ότι η πρωτόδικη απόφαση ήταν ορθή και αιτιολογημένη και απέρριψε τον μοναδικό λόγο έφεσης περί «άδικης και παράλογης απόφασης», διατηρώντας σε ισχύ το διάταγμα κράτησης του κατηγορουμένου.