Έφτασε στην Κύπρο τον Οκτώβριο του 2022 ως ασυνόδευτος ανήλικος για να γλιτώσει, όπως ισχυρίστηκε από τους οικείους του στο Καμερούν που τον κακομεταχειρίζονταν και ήθελαν να τον θυσιάσουν σε ιεροτελεστία για χρήματα. Οι ισχυρισμοί του δεν έγιναν πιστευτοί ούτε από την Υπηρεσία Ασύλου ούτε μετέπειτα από το Δικαστήριο, στο οποίο προσέφυγε.
Ο νεαρός Καμερουνέζος, 19 ετών σήμερα, ήρθε μέσω κατεχομένων στις ελεύθερες περιοχές στις 19/10/2022 και υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας. Αυτή εξετάστηκε και απορρίφθηκε ως αβάσιμη, γιατί σε συνέντευξη που κλήθηκε, κρίθηκε ότι δεν έδωσε πειστικές απαντήσεις που να τεκμηρίωνε τους ισχυρισμούς του. Μέσω εκπροσώπου της Επιτρόπου Προστασίας των Δικαιωμάτων του Παιδιού κατέθεσε προσφυγή στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας, ζητώντας ακύρωση της απόφασης για μη αναγνώρισή του ως πρόσφυγα.
Σε συνέντευξή του για εξέταση του αιτήματός του για διεθνή προστασία ο αιτητής ανέφερε ότι οι γονείς του απεβίωσαν σε τροχαίο δυστύχημα το 2020 και στη συνέχεια αυτός πήγε να ζήσει με τη θεία και τη γιαγιά του. Αυτές τον κακομεταχειρίστηκαν και πήγε στο θείο του ο οποίος τον μεταχειρίστηκε σωστά αλλά μετά κατάλαβε ότι ήθελε να τον θυσιάσει για χρήματα.
Οι ισχυρισμοί του δεν τεκμηριώθηκαν, δεν είχε δώσει λεπτομέρειες για το πώς συνέβη το τροχαίο, δεν κατείχε πιστοποιητικό θανάτου των γονιών του, ενώ για την κακοποίηση δεν έδωσε λεπτομέρειες για τους λόγους που γίνονταν ούτε και περιέγραψε ένα περιστατικό με λεπτομέρειες. Όσον αφορά στο θείο του, πάλι δεν έδωσε λεπτομέρειες για τους ισχυρισμούς του περί θυσίας, ούτε και για το ότι είδε σπίτι του δωμάτιο με ανθρώπινα μέλη και φωτογραφία του θείου του.
Ήταν η απόφαση του Δικαστηρίου πως τα τρωτά σημεία του αφηγήματος του αιτητή παραμένουν και συνεπώς ουδείς εκ των ισχυρισμών του γίνεται δεκτός, καθότι οι πολλές και σημαντικές ελλείψεις στην εσωτερική τους συνοχή δεν αφήνουν περιθώριο αποδοχής τους, με δεδομένο ότι ουδέν προστέθηκε επί τούτων στα πλαίσια της παρούσης. «Θεωρώ λοιπόν ότι τα ευρήματα των καθ’ ων η αίτηση επί της αξιοπιστίας των ισχυρισμών του αιτητή ήταν εύλογα, προϊόντα δέουσας έρευνας όλων των ενώπιον τους στοιχείων και ορθά επί της ουσίας».
Το Δικαστήριο ότι δεν τεκμηριώνεται εδώ βάσιμος φόβος «καταδίωξης του αιτητή για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων» και δεν υφίστανται στην προκείμενη περίπτωση «ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη».