Ξεπέρασαν τους 100 οι αποφυλακισθέντες που καταδικάστηκαν για σεξουαλικά αδικήματα σε βάρος ανήλικων και παρακολουθούνται από την Αρχή Εποπτείας, η οποία ωστόσο είναι ξεδοντιασμένη, αφού δεν διαθέτει επιτηρητές.

Νομοσχέδιο που ενίσχυε τις εξουσίες της και αυστηροποιούσε τις διαδικασίες επιτήρησης όπως τις εξουσίες των Δικαστηρίων, πηγαινοέρχεται μεταξύ της Νομικής Υπηρεσίας και των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας από το 2024. Το πρόβλημα με τους παιδεραστές διογκούται και παρά τις αυστηρές ποινές που επιβάλλουν τα Δικαστήρια, εντούτοις οι υποθέσεις αυξάνονται χρόνο με τον χρόνο αντί να μειώνονται.

Ενδεικτικό της κατάστασης είναι πως αυτή τη στιγμή στις Κεντρικές Φυλακές βρίσκονται έγκλειστοι μετά από καταδίκες από τα Δικαστήρια:

  • 100 πρόσωπα που εκτίουν ποινές φυλάκισης για αδικήματα σεξουαλικής φύσης σε βάρος ανηλίκων προσώπων.
  • 20 πρόσωπα που βρίσκονται στις φυλακές ως υπόδικοι επίσης για σεξουαλικά εγκλήματα σε βάρος ανηλίκων.
  • 28 άτομα εκτίουν ποινή φυλάκισης για σεξουαλικά αδικήματα σε βάρος ενηλίκων.
  • 13 πρόσωπα είναι υπόδικοι για υποθέσεις που αφορούν σεξουαλικές επιθέσεις σε βάρος ενηλίκων.

Αυτή η εικόνα με 161 πρόσωπα να εκτίουν ποινή ή να είναι υπόδικοι για σεξουαλικά αδικήματα σε βάρος ανηλίκων και ενηλίκων και με 100 περίπου αποφυλακισθέντες είναι τραγική.

Σημειώνεται ότι πριν ένα χρόνο οι κατάδικοι που αποφυλακίστηκαν για σεξουαλικά αδικήματα σε βάρος ανήλικων και εποπτεύονταν από την Αρχή Εποπτείας ήταν 70, ενώ τώρα έφτασαν τους 100 περίπου. Αυτό δείχνει την εικόνα που σχηματίζεται χωρίς να υπάρχουν ενδείξεις για πρόληψη τέτοιων αποτρόπαιων περιστατικών. Σ’ αυτό συμβάλλει το γεγονός ότι τα θύματα έχουν ενθαρρυνθεί και προβαίνουν σε καταγγελίες, γνωρίζοντας ότι θα εξεταστούν επαρκώς και θα υπάρξουν καταδίκες.

Εκεί που φαίνεται να υπάρχει πρόβλημα, όπως επισημάνθηκε στον «Φ» από διάφορες εμπλεκόμενες υπηρεσίες, είναι στην εποπτεία των παιδεραστών όταν αυτοί αποφυλακιστούν. Υπήρξαν περιπτώσεις όπου άτομα μετά την αποφυλάκιση τους θεάθηκαν να κινούνται πλησίον των οικιών ή των σχολείων στα οποία φοιτούσαν τα θύματα, κατά παράβαση των διαταγμάτων που εξέδωσαν τα Δικαστήρια. Αυτή τη στιγμή δεν υπάρχουν επιτηρητές που να επιτηρούν τα πρόσωπα αυτά και κατά πόσον συμμορφώνονται με τα διατάγματα των Δικαστηρίων, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει αποτελεσματικός έλεγχος.

Τα κενά στην απουσία αυστηρής επίβλεψης των ατόμων αυτών εντοπίστηκαν και γι’ αυτό ετοιμάστηκε από την τέως Επίτροπο Νομοθεσίας Λουΐζα Ζαννέτου νομοσχέδιο επί υπουργίας Μάριου Χαρτσιώτη, το οποίο έδινε περισσότερες εξουσίες στα Δικαστήρια και την Αρχή Εποπτείας, αυστηροποιούσε το πλαίσιο επιτήρησης και το κυριότερο, θα διορίζονταν επιτηρητές για επίβλεψη και εφαρμογή των όρων που αποφασίζονταν είτε από το Δικαστήριο είτε από την Αρχή.

Το νομοσχέδιο στάλθηκε στη Νομική Υπηρεσία για παρατηρήσεις και τώρα βρίσκεται ενώπιον των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας. Δεν έχει κατατεθεί στη Βουλή παρόλο που ήταν έτοιμο πριν δύο και πλέον χρόνια.

Η εποπτεία περιλαμβάνει σήμερα την επιβολή περιορισμών ως προς την εργασία και διαμονή των καταδικασθέντων, την ψυχολογική τους στήριξη, θεραπεία αλλά και αξιολόγησης στο ενδεχόμενο επανάληψης του αδικήματος και παρακολούθησής τους από τις εμπλεκόμενες Υπηρεσίες.

Ειδικότερα, στην Αρχή Εποπτείας παραπέμπονται πρόσωπα που καταδικάστηκαν για σεξουαλικά αδικήματα κατά ανηλίκων:

  • Με απόφαση δικαστηρίου σε οποιοδήποτε στάδιο της ποινικής διαδικασίας ή κατά την επιβολή της ποινής.
  • Με την έκδοση διατάγματος εποπτείας από το δικαστήριο κατόπιν αίτησης του Γενικού Εισαγγελέα.
  • Με την αποφυλάκισή τους, για την οποία λαμβάνει γνώση η Αρχή Εποπτείας από τη Διεύθυνση των Φυλακών.

Η Αρχή Εποπτείας της οποίας προεδρεύει ο εκάστοτε γενικός διευθυντής του Υπουργείου Δικαιοσύνης, συστάθηκε στις 30/09/2014 με απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου. Η Αρχή αφού λάβει υπόψη τα γεγονότα της κάθε περίπτωσης, τις εκθέσεις των Υπηρεσιών Ψυχικής Υγείας και των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας και της Αστυνομίας, αποφασίζει τα κατάλληλα μέτρα για την εποπτεία των αποφυλακισθέντων που παραπέμπονται ενώπιον της, όπως για παράδειγμα ψυχολογική στήριξη ή θεραπευτική παρέμβαση.

Παράλληλα, η Αρχή αξιολογεί την ανταπόκρισή τους και ανάλογα αποφασίζει είτε τη συνέχιση των μέτρων είτε την αναθεώρησή τους.

Διορισμός επιτηρητών, ενημέρωση συζύγου

Το νέο νομοσχέδιο που ετοιμάστηκε από το Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως, σε συνεργασία με τα συναρμόδια υπουργεία και Υπηρεσίες έχει ως σκοπό τη βελτίωση της λειτουργίας και αποτελεσματικότητας της Αρχής. Υποβλήθηκε στο Υφυπουργείο Κοινωνικής Πρόνοιας, ως το καθ’ ύλην αρμόδιο και το οποίο προβλέπει τη διεύρυνση των αρμοδιοτήτων/εξουσιών της Αρχής ώστε να εντείνει την επιτήρηση των όσων καταδικάζονται για σεξουαλικά αδικήματα κατά ανηλίκων.

Το νομοσχέδιο θα παρέχει τη δυνατότητα στην Αρχή για διορισμό επιτηρητών, καθώς και της επιβολής πρόσθετων περιοριστικών μέτρων στους εποπτευόμενους καταδικασθέντες όπως είναι, για παράδειγμα, η απαγόρευση να εισέρχονται ή να παραμένουν κοντά σε σχολεία ή σε χώρους όπου συχνάζουν τα θύματά τους ή άλλα παιδιά, η απαγόρευση πρόσβασης σε συγκεκριμένες ιστοσελίδες, ο περιορισμός στην οικία τους για συγκεκριμένες ώρες το βράδυ αν κριθεί σκόπιμο, η υποχρέωσή τους να παρουσιάζονται σε αστυνομικό σταθμό και να ενημερώνουν κατά πόσον έχουν συνάψει νέα σχέση με γυναίκα που έχει παιδιά, όπως και να ενημερώνουν τη νέα τους σύντροφο ή σύζυγο για την καταδίκη τους.

Προβλέπεται, επίσης, η υποχρεωτική παρακολούθηση θεραπευτικού προγράμματος και η ενημέρωση της Αστυνομίας και της Αρχής Εποπτείας ή του επιτηρητή σε περίπτωση αλλαγής διεύθυνσης ή εργασίας.

Προπονητής και ψυχολόγος στο κελί

Μόλις την περασμένη Τρίτη, ένας ψυχολόγος και ένας προπονητής καταδικάστηκαν από το Κακουργιοδικείο Λεμεσού σε φυλάκιση για σεξουαλικά αδικήματα κατά ανηλίκων. Στην πρώτη υπόθεση, επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης έξι ετών σε κατηγορούμενο, ο οποίος κρίθηκε ένοχος για σεξουαλική κακοποίηση ανήλικης. Σύμφωνα με όσα μεταδόθηκαν, η ανήλικη παρακολουθείτο από τον κατηγορούμενο υπό την ιδιότητά του ως ψυχολόγου.

Σε δεύτερη υπόθεση, επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης τεσσάρων ετών σε προπονητή και ιδιοκτήτη ποδοσφαιρικής ομάδας, ο οποίος κρίθηκε ένοχος για σεξουαλικά αδικήματα κατά ανηλίκων. Το Δικαστήριο εξέδωσε διάταγμα με το οποίο απαγορεύεται στους καταδικασθέντες, για περίοδο τριών ετών μετά την αποφυλάκισή τους, να προσφέρουν οποιεσδήποτε υπηρεσίες σε παιδιά, να εργοδοτηθούν ή να απασχοληθούν σε χώρους όπου βρίσκονται ή συχνάζουν παιδιά.