Ο Αντώνης Χατζηαντώνης, ένας πρόσφυγας που δεν ξεχνά.
Ποιο είναι το κυρίαρχο ερώτημα, κάθε χρόνο τέτοιες μέρες; Μεταξύ 15ης – 20ής Ιουλίου; Σας απαντώ: Ποιος υπήρξε προδότης και ποιος πατριώτης… Ανόητες συζητήσεις, για το «τις πταίει». Και να εξηγήσω, γιατί τις χαρακτήρισα «ανόητες», χωρίς νόημα. Θα ανατρέξουμε μαζί 45 – 46 χρόνια πίσω. Βέβαια, μόνο όσοι είναι μεταξύ 50 – 80, θα βρουν κάποιο ενδιαφέρον και θα αφιερώσουν 3 – 5 λεπτά, να το διαβάσουν. Οι άλλοι, οι νεότεροι, δεν γνωρίζουν, και δυστυχώς δεν θέλουν να μάθουν (οι πλείστοι) για τα θλιβερά γεγονότα του ’74.
Από το 1972, άρχισαν να παίρνουν αρνητική εξέλιξη τα εσωτερικά μας θέματα. Θα μιλήσω για την προσωπική μου εμπειρία, σε σχέση με τις εξελίξεις που οδήγησαν την πατρίδα μας σε αυτή την παγιωμένη διχοτόμηση-διαίρεση.
Εγώ, 12 – 13 ετών, τότε, τι εγνώριζα από πολιτική; Απολύτως τίποτα! Αλλά, λίγο οι διαδηλώσεις κατά του Μακαρίου, λίγο οι πύρινοι λόγοι του μ. μητροπολίτη Κυρηνείας Κυπριανού υπέρ της Ενώσεως της νήσου μας με τον εθνικό κορμό, λίγο η έμφυτη τάση που είχα να είμαι πάντα ενάντιος στην ισχύ, στο κατεστημένο, και υπέρ των αδυνάτων ή κυνηγημένων, με οδήγησαν να συνταχθώ (τι βαρύ ρήμα χρησιμοποίησα, για ένα 13χρονο παιδάκι, που ήμουν τότε…), με τον λεβεντόγερο, που πιστός στην αγάπη του για την μητέρα πατρίδα, κρυβόταν σε κρυφά καταφύγια, πολεμώντας κάποιον που… απεμπόλησε τον λεγόμενο όρκο της Φανερωμένης!
Ε, δεν το δήλωνα ανοικτά στο σχολείο, αλλά ας πούμε ότι ήμουν… κρυπτογριβικός…
Ο μακαριστός πατέρας μου, μετριοπαθής δεξιός Μακαριακός, πίστευε ότι τζάμπα, αδίκως, θυσιάστηκαν στην αγχόνη, ή αλλού, τόσα αμούστακα παιδιά στον επικό Αγώνα του ’55 – ’59, εφόσον, η Αποικιοκρατική Αγγλία είχε αρχίσει ήδη να αποχωρεί από τις αποικίες της (βλέπε Ινδίες κ.λπ.), κατά την γνώμη του, δεν αργούσε η στιγμή που θα ξεκουμπιζόταν και από το νησί μας. Εύρισκε, περίπου, αχρείαστο τον αγώνα της ΕΟΚΑ.
Κάποια πρωινά, όταν έπινε τον γλυκύ βραστό στο μπαλκόνι μας, με φώναζε και μου έλεγε: «Τόνυ, πήγαινε να μου πάρεις από το καφενείο του Πατίνιου, τον Φιλελεύθερο». «Αμέσως πατέρα», απαντούσα.
Αλλά, εκτός από τον «Φ», έπαιρνα και την Εθνική ή τη Μάχη, ως αντιπολιτευόμενες εφημερίδες. Κατά του κατεστημένου, όπως πίστευα. Έκρυβα την «Ε», μέσα στον «Φ», και γύριζα σπίτι. Ευτυχώς, ο πατέρας μου, δεν το αντελήφθη ποτέ. Με εμπιστευόταν, και με αγαπούσε όσο τον λάτρευα και εγώ!
Και για να μην πολυλογώ. Έρχομαι στις αρχές Ιούλη ’74. Η γνωστή επιστολή Μακαρίου προς Γκιζίκη: «Λυπάμαι να παρατηρήσω, ότι δάκτυλος εξ Αθηνών, επιδιώκει τη φυσική μου εξόντωση…».
Ο πατέρας μου, ενθουσιάστηκε! Σε συζήτηση που είχε με τον γαμπρό του, άκουσα να του λέει: «Αντρέα μου, τέλειωσαν τα ψέματα. Είπεν τους τα, έξω από τα δόντια ο Παπάς. Εν να ησυχάσουμεν που τους Χουντικούς. Έφτασεν η ώρα». Πήρα το θάρρος και μίλησα από τον καναπέ δίπλα, που παρακολουθούσα τη συζήτηση, και είπα δειλά-δειλά στον μακαριστό: «Παπά, νομίζεις δεν θα αντιδράσει η Χούντα και οι εδώ αξιωματικοί της; Τους δίνει την ευκαιρία που περίμεναν, ο Μακάριος…!». Ο πατερούλης μου, με κοίταξε σκεφτικός, απαντώντας μου με ένα χαμόγελο: «Μα, από πότε έγινες πολιτικός αναλυτής, Αντωνάκη μου; Πήγαινε στην αυλή να παίξεις…».
Αυτό που είπα, δυστυχώς, έγινε πραγματικότητα… Το πρωί Δευτέρας, 15ης Ιουλίου 1974, εμφανίστηκαν τα σοβιετικής κατασκευής Τ-34 της Εθνικής Φρουράς στους δρόμους της Κερύνειας και άρχισαν να βάλλουν κατά της μητρόπολης, όπου βρισκόταν ο νεοεγκαθιδρυθείς τότε Γρηγόριος, μετά τη Σύνοδο που συνεκάλεσε ο Αρχ. Μακάριος με την οποία καθαιρέθηκαν οι τρεις φιλο-εοκαβητικοί μητροπολίτες, Άνθιμος, Κυπριανός και Πάφου Γεννάδιος.
Η μητρόπολη δεν ήταν μακριά από το σπίτι μας. Ήταν από τη δυτική πλευρά της λεωφόρου 25ης Μαρτίου (σήμερα Boulent Ecevit…), και από το μπαλκόνι μας, έβλεπα τι γινόταν. Παράλληλα, ακουγόταν το συνεχές, απαίσιο κροτάλισμα αυτομάτων από τον αστυνομικό σταθμό, που ήταν πάνω από το λιμανάκι μας.
Ε, τα χρειάστηκα! Πάει ο «αντικαθεστωτικός», 15χρονος μικρός επαναστάτης, που διάβαζε μετά μανίας στην εφημερίδα «Εθνική», τα πύρινα φιλενωτικά, άρθρα κατά του Αρχιεπισκόπου… Έτρεξα και σκύβοντας στα πόδια του πατέρα μου, που προσευχόταν κάτω από το εικόνισμα της Παναγίας μας, στο υπνοδωμάτιό του, και κλαίγοντας απαρηγόρητα, τον ρώτησα κατατρομαγμένος: «Και τώρα, ίνταμ πον να γινεί παπά; Κινδυνεύουμε;». Με αγκάλιασε, με φίλησε στα μαλλιά και μου απήντησε: «Σε λίγες μέρες, η θάλασσα της Τζιερύνειας θα γεμίσει τούρκικα αποβατικά. Εν νάρτουν οι Τούρτζιοι. Δεν σας το έλεγα; Μη φοβάσαι όμως! Προς το παρόν δεν υπάρχει κίνδυνος. Είμαι λοχαγός-ιατρός στην Εθνική Φρουρά. Δεν θα τολμήσουν να μας πειράξουν».
Έτσι ακριβώς και έγινε.
Συνάγοντας, και για να συνδέσω τον επίλογο εδώ, με την αρχή του κειμένου. Εξακολουθώ να πιστεύω, μετά από 44 χρόνια, όπου πέρασα και εγώ μια μικρή Οδύσσεια στην Ελλάδα, γεμάτη ταλαιπωρίες, όπου κατέφυγα φιλοξενούμενος της αδελφής μου που ζούσε εκεί, και έχοντας μελετήσει δεκάδες βιβλία, ή έχοντας μελετήσει άλλα τόσα άρθρα, εκατοντάδες θα έλεγα, πως ένα είναι το δικό μου συμπέρασμα: Ο διαχωρισμός σε αντίπαλες πολιτικές παρατάξεις, Μακαριακοί – Γριβικοί, τότε, με κανένα τρόπο δεν οδηγεί στο συμπέρασμα, ότι στη συντριπτική τους πλειονότητα οι Ε/κ μπορούν ελαφρά τη καρδία να χαρακτηριστούν προδότες ή πατριώτες. Απλά, ήταν τέτοια η προσωπική τους θεώρηση των πραγμάτων, που φυσιολογικά τάχθηκαν ή με τη μια πλευρά, ή με την άλλη.
Αλλά, πάντα υπάρχει και η εξαίρεση στον κανόνα. Όσοι γνώριζαν τι μας περίμενε, ή χρηματίστηκαν από ξένα κέντρα προς εξυπηρέτηση αγγλοτουρκικών –ή άλλων σχεδίων– παραμένουν κατάπτυστοι στις συνειδήσεις μας. Και καλό θα ήταν, έστω και τώρα, να βγουν δημόσια και να ζητήσουν, έστω, μία συγγνώμη για το κακό που προκάλεσαν στην πανέμορφη Κύπρο μας.
Θα είμαι ο πρώτος που θα τους συγχωρέσω.