Ο Λοΐζος Πουργουρίδης στοχάζεται κοιτάζοντας το κλειδί της εξώπορτας του προσφυγικού του σπιτιού και εκφράζει την ελπίδα του για επιστροφή στον δικό του αγαπημένο χώρο.
Το έχω φυλαγμένο στο συρτάρι του κομοδίνου, δίπλα από το κρεβάτι μου, μαζί με άλλα σημαντικά έγγραφα, διαβατήρια ταυτότητες κ.α.
Είναι το κλειδί της εξώπορτας του σπιτιού μου, που περιμένει χρόνια τώρα την ώρα του γυρισμού.
Αυτές τις μέρες του πικρού ξεριζωμού, γίνονται εντονότερες οι θύμησες και τα συναισθήματα.
Πόσα μαζεύτηκαν σ’ αυτούς τους δυο μήνες του καλοκαιριού…
Το πήρα στα χέρια μου ήταν λίγο σκουριασμένο, το καθάρισα, το κοίταξα, φέρνοντας στη μνήμη μου όλα τα γεγονότα, το έβαλα στη θέση του, για να είναι έτοιμο όταν έλθει η ώρα…
Θα χρειασθεί άραγε; Θα είναι εκεί η πόρτα; Ή θα είναι όλα ορθάνοιχτα, αν δεν την έχουν κλέψει κιόλας…
Δεν έχει σημασία «η γης δεν έχει κρικέλια για να την πάρουν μαζί τους», λέει κι ο ποιητής, θα τα ξαναφτιάξουμε φτάνει να γυρίσουμε…
Περνάνε μέρες, μήνες, χρόνια, και το κλειδί έγινε φυλαχτό μνήμης…
Όλα αλλάζουν, οι γονείς πέθαναν, τα παιδιά παντρεύτηκαν, τα εγγόνια μεγάλωσαν, μόνο το κλειδί της εξώπορτας δεν αλλάζει, στέκει εκεί ακριβό ενθύμιο και περιμένει.
Πέρασαν και περνούν πολλά κλειδιά από τα χέρια μας, αλλά εκείνο είναι ξεχωριστό, γιατί ανήκει στο σπίτι μας, που παντρευτήκαμε, μεγαλώσαμε τα παιδιά μας…
Το σπίτι μας που είναι εκεί και μας περιμένει, είναι η γη μας όσα χρόνια κι αν περάσουν κι ας το πατούν οι ξένοι.
Το κλειδί της εξώπορτας είναι στα χέρια του ιδιοκτήτη, και όχι του σφετεριστή που ήλθε από τα βάθη της Ανατολίας και ονομάστηκε χρήστης. Ας κρατά όσα κλειδιά θέλει ο σφετεριστής, δεν είναι δικά του…
«και μην ξεχάσεις φεύγοντας την πόρτα να κλειδώσεις…
Και το κλειδί της στα παιδιά, και εγγόνια σου να δώσεις…»