Ο Μιχάλης Αθηαινίδης, οικονομολόγος-πολιτικός αναλυτής, γράφει για την κατάσταση της κυπριακής οικονομίας.

Τα κόμματα της αντιπολίτευσης στην προσπάθειά τους, για ευνόητους λόγους, να διαστρεβλώσουν και να μειώσουν τα επιτεύγματα της παρούσας κυβέρνησης στον τομέα της οικονομίας ισχυρίζονται ότι ναι μεν η οικονομία παρουσιάζει τα τελευταία τρία χρόνια θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης, αλλά οι πολίτες δεν έχουν επωφεληθεί από την ανάπτυξη αυτή που είναι εικονική και ότι η πραγματική οικονομία δεν έχει σημειώσει οποιαδήποτε θετική απόδοση. Όπως παραστατικά ισχυρίζονται, ο Κύπριος πολίτης δεν έχει νιώσει στο πετσί του την ανάπτυξη.

Το ανυπόστατο επιχείρημα των κομμάτων της αντιπολίτευσης που ουσιαστικά μειώνει όχι την κυβερνητική οικονομική πολιτική, αλλά κατ’ ουσία και κυρίως τις θυσίες και τις προσπάθειες των πολιτών, καταρρίπτεται από τα ακόλουθα στατιστικά στοιχεία σχετικά με τις αιτήσεις που υποβλήθηκαν κατά τα χρόνια 2011-2016 για την πληρωμή ποσού για πλεονάζον προσωπικό.Δηλαδή πρόκειται για αιτήσεις εργαζομένων που απολύθηκαν από την εργασία τους και τα οποία στοιχεία υπάρχουν στη ιστοσελίδα του Υπουργείου Εργασίας:

 ΄Ετος                                     Υποβληθείσες αιτήσεις πλεονασμού 

2010                                                    5.491
2011                                                     7.426
2012                                                     9.860
2013                                                    13.592
2014                                                     6.846
2015                                                      5.123
2016                                                      3.779

Τα στοιχεία για το 2017 δεν έχουν ακόμη δημοσιοποιηθεί αλλά εύλογα αναμένεται ότι οι υποβληθείσες αιτήσεις για πλεονασμό θα έχουν αισθητά μειωθεί σε σύγκριση με τις αντίστοιχες του 2016. Τα πιο πάνω διαχρονικά στοιχεία μιλούν από μόνα τους και αποκαθιστούν την αλήθεια σε ό,τι αφορά στα επιτεύγματα της οικονομικής πολιτικής της παρούσας κυβέρνησης που κατάφερε να ανακόψει τον φρενήρη ρυθμό με τον οποίο τερμάτιζαν τις εργασίες τους και έκλειναν οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις κατά την περίοδο 2010-2013. Ο αυξητικός αυτός ρυθμός ανακόπηκε, όπως αποδεικνύει άλλωστε και η βαθμιαία αλλά αισθητή μείωση του ποσοστού ανεργίας κατά την περίοδο 2014-2017.