Πότε θα σφίξω το χέρι του συμπατριώτη μου που βρίσκεται απέναντι, πότε θα μπορέσω να τον δω στα μάτια, με ένα χαμόγελο στα χείλη, πότε θα ξεσκίσω το μαύρο πέπλο της σιωπής που ως σάβανο μας σκεπάζει όλους, πότε θα γιατρέψω την πληγή της μαχαιριάς που μοίρασε το κορμί μας στα δυο, και πότε θα γκρεμίσω το τείχος της ντροπής, του πόνου, της προδοσίας και των δακρύων;
Πότε; Μήπως όταν η δυστυχία μετουσιωθεί σε ευτυχία; Η λύπη σε χαρά; Το μίσος σε αγάπη; Το ψέμα σε αλήθεια; Ο διχασμός σε ενότητα; Η αλαζονεία σε ταπεινότητα; Η στασιμότητα σε πρόοδο; Η αδυναμία σε δύναμη; Η αδιαφορία σε σύμπνοια; Το ψυχρό προσωπείο σε χαμόγελο; Η αστάθεια σε σταθερότητα; Το παρελθόν σε μέλλον; Η αμνησία σε μνήμη; Το χτύπημα σε εναγκαλισμό; Ο πόλεμος σε ειρήνη; Ή μήπως όταν ο κήπος καθαρίσει από τα αιματοβαμμένα αγκάθια; Όχι! Τότε, πότε;
Όταν ο βασιλιάς της αυγής, ο αυγερινός, μας βρει όλους μονιασμένους κι ενωμένους σαν μια γροθιά, όταν τα παιδιά μας, όλα μαζί, θα τραγουδάνε το τραγούδι της αγάπης, της ευτυχίας και της ειρήνης.
Προπάντων δε, όταν τον θάνατό μας τον νιώθουν ως θάνατό τους και τον θάνατό τους τον νιώθουμε ως θάνατό μας. Διότι, δεν θα υπάρχει πλέον κανένας που θα χαίρεται ή θα λυπάται, για την ευτυχία ή τη δυστυχία του άλλου, που θα σκοτώνει ή θα σκοτώνεται για χάριν άλλων, αλλά όταν τα χέρια όλων μας θα υψώνονται προς τον ουρανό, για να αγκαλιάσουν την ηλιαχτίδα της ελπίδας και του αιώνιου φωτός. Τότε… Ναι, τότε!