Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ έφτασε σήμερα το απόγευμα στο Τέξας, την Πολιτεία που βυθίστηκε στο πένθος μετά τις πλημμύρες που στοίχισαν τη ζωή σε τουλάχιστον 135 ανθρώπους, τη στιγμή που οι τοπικές και ομοσπονδιακές αρχές επικρίνονται δριμύτατα για τον τρόπο που ανταποκρίθηκαν στην καταστροφή.
Ο Αμερικανός πρόεδρος και η σύζυγός του Μελάνια πραγματοποιούν επίσκεψη λίγων ωρών, ακριβώς μία εβδομάδα μετά τις πλημμύρες και ενώ περισσότεροι από 170 άνθρωποι παραμένουν αγνοούμενοι.
«Δεν έχω ξαναδεί κάτι τέτοιο. Είναι δύσκολο να πιστέψει κανείς την καταστροφή» δήλωσε ο Τραμπ στους τοπικούς αξιωματούχους κατά τη συνάντησή του μαζί τους. «Δέντρα 100 ετών ξεριζώθηκαν. Δεν έχω ξαναδεί κάτι τέτοιο. Έχω δει πολλά άσχημα πράγματα. Έχω ζήσει πολλούς τυφώνες, πολλούς ανεμοστρόβιλους. Δεν έχω ξαναδεί κάτι τέτοιο» δήλωσε χαρακτηριστικά ο Αμερικανός πρόεδρος. Είπε ότι «πολλά παιδιά αγνοούνται» και ότι οι ομάδες έρευνας και διάσωσης συνεχίζουν τις έρευνες.
Από την πλευρά της, η Μελάνια Τραμπ εξέφρασε τα συλλυπητήριά της στις οικογένειες των θυμάτων: «Τα θερμά μου συλλυπητήρια σε όλους τους γονείς που έχασαν τα νεαρά παιδιά τους», τόνισε. «Πενθούμε μαζί σας. Ολόκληρη η χώρα μας πενθεί μαζί σας».
«Θα επιστρέψω, τους το υποσχέθηκα», είπε.
Στις 4 Ιουλίου, ανήμερα της Ημέρας Ανεξαρτησίας, το κεντρικό Τέξας χτυπήθηκε από καταρρακτώδεις βροχές που προκάλεσαν ξαφνικές πλημμύρες, αιφνιδιάζοντας πολλούς κατοίκους στον ύπνο τους. Μέχρι στιγμής έχει επιβεβαιωθεί ο θάνατος 120 ανθρώπων η κομητεία Κερ ήταν εκείνη που επλήγη περισσότερο, με 96 θανάτους – τα 36 από τα θύματα ήταν παιδιά.
Στην κομητεία αυτή βρίσκεται ο Τραμπ «για να βρεθεί στο πλευρό ορισμένων οικογενειών», όπως δήλωσε στους δημοσιογράφους πριν αναχωρήσει από την Ουάσινγκτον.
Η επίσκεψη αυτή γίνεται σε μια στιγμή που διατυπώνονται πολλά ερωτήματα για τη διαχείριση της κρίσης από τις Αρχές και τις επιπτώσεις που είχαν οι περικοπές στον προϋπολογισμό –τις οποίες επιδίωξε η κυβέρνηση Τραμπ– για τα συστήματα έγκαιρης ειδοποίησης και τις υπηρεσίες διάσωσης.
Όταν ρωτήθηκε λίγο μετά την καταστροφή εάν σκοπεύει ακόμη να καταργήσει την Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Διαχείρισης Κρίσεων (FEMA), ο Ντόναλντ Τραμπ απάντησε ότι «δεν ήταν η κατάλληλη ώρα» για να συζητήσει κάτι τέτοιο.

Ο Ρεπουμπλικάνος πρόεδρος έχει δηλώσει στο παρελθόν ότι σε περίπτωση καταστροφών οι Πολιτείες θα πρέπει να αναλαμβάνουν τη διαχείριση της κατάστασης. Ωστόσο, σε αυτήν την περίπτωση, κήρυξε το Τέξας σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης, ώστε να αποδεσμευτούν ομοσπονδιακοί πόροι.
Η ανταπόκριση εκ μέρους του ομοσπονδιακού κράτους ήταν «γρήγορη και αποτελεσματική», επέμεινε σε ανάρτησή της στην πλατφόρμα Χ η υπουργός Εσωτερικής Ασφάλειας Κρίστι Νόεμ.
Σύμφωνα με το τηλεοπτικό δίκτυο CNN, οι επιχειρήσεις διάσωσης της FEMA καθυστέρησαν λόγω γραφειοκρατικών εμποδίων, επειδή η υπουργός έχει υιοθετήσει έναν νέο κανόνα με στόχο να περιορίσει τις δαπάνες.
Την περασμένη εβδομάδα ο Λευκός Οίκος αναγκάστηκε να απαντήσει στις επικρίσεις, σύμφωνα με τις οποίες οι περικοπές στην εθνική μετεωρολογική υπηρεσία επηρέασαν τη δυνατότητά της για ακριβείς προβλέψεις και έγκαιρες προειδοποιήσεις. Η εκπρόσωπος του Λευκού Οίκου υποστήριξε ότι η μετεωρολογική υπηρεσία (NWS) εξέδωσε «πρόβλεψη και προειδοποίηση» που ήταν ακριβής και έγκαιρη. Όμως ο σερίφης της κομητείας Κερ, ο Λάρι Λίθα, είπε ότι ενημερώθηκε «γύρω στις 4 ή 5 το πρωί» για τις εκκλήσεις κατοίκων και παραθεριστών για βοήθεια.

Σύμφωνα με το τοπικό τηλεοπτικό κανάλι KSAT, ένας πυροσβέστης ζήτησε στις 04:22 να σταλεί επείγον μήνυμα στα κινητά τηλέφωνα των κατοίκων της κοινότητας Χαντ, επειδή ανέβαιναν επικίνδυνα τα νερά του ποταμού Γκουανταλούπε. Όμως το γραφείο του σερίφη του ζήτησε να περιμένει, μέχρι να δοθεί η έγκριση από κάποιον ανώτερο. Τα μηνύματα (σ.σ. ο «κόκκινος συναγερμός) στάλθηκαν τελικά τουλάχιστον 90 λεπτά αργότερα, γύρω στις 6 το πρωί. Ορισμένοι κάτοικοι της κοινότητας Χαντ, της περιοχής που χτυπήθηκε περισσότερο, τα έλαβαν έξι ώρες αργότερα.
Περισσότεροι από 2.000 διασώστες και αστυνομικοί, με ειδικά εκπαιδευμένα σκυλιά και υποστηριζόμενοι από ελικόπτερα, χτενίζουν εδώ και επτά ημέρες την περιοχή, προσπαθώντας να βρουν τους αγνοούμενους. Οι ελπίδες πάντως να βρεθούν ζωντανοί θεωρούνται μηδαμινές.
