Οι Ούγγροι προσέρχονται στις κάλπες στις 12 Απριλίου, στη σημαντικότερη εκλογική αναμέτρηση της χρονιάς στην Ευρώπη, με τον Βίκτορ Όρμπαν, πρωθυπουργό της χώρας και εμβληματική φυσιογνωμία της παγκόσμιας ακροδεξιάς, να αντιμετωπίζει το ενδεχόμενο ήττας, έπειτα από 16 χρόνια στην εξουσία, από έναν πρώην πιστό σύμμαχό του, τον Πέτερ Μαγιάρ.

Ο μακροβιότερος ηγέτης της ΕΕ έχει από το 2010 μετατρέψει την Ουγγαρία σε αυτό που ο ίδιος αποκαλεί «ανελεύθερη δημοκρατία», αυτοπαρουσιαζόμενος ως ο υπερασπιστής της Ευρώπης των παραδοσιακών χριστιανικών οικογενειακών αξιών απέναντι στην επέλαση του δυτικού φιλελευθερισμού και της πολυπολιτισμικότητας.

Οι τέσσερις διαδοχικές κυβερνήσεις του έχουν διαβρώσει σε βάθος το κράτος δικαίου στην Ουγγαρία, τοποθετώντας στα δικαστήρια δικαστές πιστούς σε εκείνον και μετατρέποντας έως και το 80% των μέσων ενημέρωσης της χώρας, ουσιαστικά, σε μηχανή προπαγάνδας υπέρ του ίδιου και του ακροδεξιού κόμματός του, Fidesz.

Έχει εξελιχθεί δε στον κατεξοχήν «ταραξία» της ΕΕ, συγκρουόμενος με τις Βρυξέλλες -οι οποίες έχουν αναστείλει τη χρηματοδότηση δισεκατομμυρίων ευρώ προς τη χώρα- για πολιτικές που αφορούν, μεταξύ άλλων, τη δικαιοσύνη, τη μετανάστευση, τα δικαιώματα των ΛΟΑΤΚΙ+ και, πιο πρόσφατα, τη βοήθεια προς την Ουκρανία, την οποία, μαζί με τις κυρώσεις κατά της Ρωσίας, μπλοκάρει συστηματικά (περιλαμβανομένου και του τελευταίου δανείου ύψους 90 δισ. ευρώ προς το Κίεβο).

Ο Όρμπαν είναι ο πιο φιλικά προσκείμενος προς τη Μόσχα ηγέτης στην ΕΕ, συνεχίζοντας να αγοράζει ρωσικό πετρέλαιο και φυσικό αέριο και να συναντά τον Βλαντίμιρ Πούτιν παρά τις κυρώσεις σε βάρος της Ρωσίας μετά την πλήρους κλίμακας εισβολή στην Ουκρανία. Πρόσφατες καταγγελίες μάλιστα, ότι η Βουδαπέστη μοιράστηκε εμπιστευτικές πληροφορίες της ΕΕ με το Κρεμλίνο προκάλεσαν την οργή των Ευρωπαίων.

Ο Όρμπαν έχει εμπνεύσει επίσης ηγέτες με ανάλογη διάθεση παρεμπόδισης της ΕΕ, όπως ο Ρόμπερτ Φίτσο της Σλοβακίας και ο Αντρέι Μπάμπις της Τσεχικής Δημοκρατίας, ενώ έχει ενισχύσει εθνικιστές διεκδικητές της εξουσίας όπως η Μαρίν Λεπέν στη Γαλλία και ο Γκερτ Βίλντερς στην Ολλανδία.

Με λίγα λόγια, οι εκλογές αυτού του μήνα θα έχουν συνέπειες πολύ πέρα από την Ουγγαρία, μια χώρα που αντιστοιχεί μόλις στο 1,1% του ΑΕΠ της ΕΕ και στο 2% του πληθυσμού της, αλλά που, υπό τον Όρμπαν, έχει αποκτήσει στη διεθνή σκηνή ρόλο δυσανάλογα μεγάλο σε σχέση με το μέγεθός της.

Οι βασικοί παίκτες και οι θέσεις τους

Ο 62χρονος Όρμπαν χαίρει της στήριξης του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ, της πρωθυπουργού της Ιταλίας Τζόρτζια Μελόνι και της Άλις Βάιντελ, ηγέτιδα του κόμματος Εναλλακτική για τη Γερμανία. Ο αντιπρόεδρος των ΗΠΑ, Τζέι Ντι Βανς, επισκέφθηκε μάλιστα αυτή την εβδομάδα τη Βουδαπέστη σε μια κίνηση στήριξης του Ούγγρου πρωθυπουργού, ενώ την Παρασκευή ο Τραμπ έστειλε ένα ακόμα μήνυμα στήριξης προς τον Όρμπαν, γράφοντας σε ανάρτησή του: «Είμαι μαζί του μέχρι τέλους».

Υπήρξε ηγετικό στέλεχος της αντικομμουνιστικής νεολαίας κατά τη διάρκεια του ψυχρού πολέμου, ενώ αργότερα -με χρηματοδότηση από τον μετέπειτα θανάσιμο εχθρό του, τον φιλάνθρωπο Τζορτζ Σόρος- φοίτησε για σύντομο χρονικό διάστημα στην Οξφόρδη εντρυφώντας «στην έννοια της κοινωνίας των πολιτών στην ευρωπαϊκή πολιτική σκέψη».

Η υπερπλειοψηφία του κόμματός του, Fidesz, το 2010 τού επέτρεψε να ξαναγράψει το Σύνταγμα της Ουγγαρίας και να περάσει νόμους που εδραίωσαν την εκτελεστική εξουσία, περιόρισαν τις ΜΚΟ και την ελευθερία των μέσων ενημέρωσης και αποδυνάμωσαν δραστικά την ανεξαρτησία της δικαιοσύνης.

Φέτος, ο Όρμπαν έχει διεξαγάγει μια κλασική λαϊκιστική εκστρατεία. Επιχείρησε να παρουσιάσει την εκλογική αναμέτρηση ως επιλογή ανάμεσα στον πόλεμο και την ειρήνη, λέγοντας στους ψηφοφόρους ότι μπορούν να διατηρήσουν την Ουγγαρία ως «νησίδα ασφάλειας και ηρεμίας» αν τον επανεκλέξουν ή να τη σύρουν στο χάος και στον πόλεμο αν επιλέξουν τον Μαγιάρ, τον οποίο παρουσιάζει ως όργανο των Βρυξελλών και του Κιέβου.

Ωστόσο, οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι οι ψηφοφόροι ανησυχούν περισσότερο για εσωτερικά ζητήματα όπως η υγεία και η οικονομία, η οποία παραμένει στάσιμη τα τελευταία τρία χρόνια. Οι τιμές των τροφίμων έχουν ανέβει σχεδόν στον μέσο όρο της ΕΕ, ενώ οι ουγγρικοί μισθοί είναι οι τρίτοι χαμηλότεροι στο μπλοκ.

Απέναντί του έχει τον 45χρονο Μαγιάρ, πρώην μαθητή του Fidesz και πρώην πιστό μέλος του στενού κύκλου του Όρμπαν, ο οποίος βρέθηκε στο προσκήνιο πριν από δύο χρόνια, αφότου η πρώην σύζυγός του, Γιούντιτ Βάργκα, παραιτήθηκε από υπουργός Δικαιοσύνης της κυβέρνησης Όρμπαν όταν αποκαλύφθηκε ότι η συντηρητική πρόεδρος της Ουγγαρίας, Καταλίν Νόβακ, βασική σύμμαχος του Ούγγρου πρωθυπουργού, είχε απονείμει χάρη σε άνδρα που είχε καταδικαστεί σε υπόθεση σεξουαλικής κακοποίησης.

Ο Μαγιάρ, πρώην διπλωμάτης με νομική κατάρτιση, αποστασιοποιήθηκε από το Fidesz, κατηγορώντας το για διαφθορά και προπαγάνδα, και ίδρυσε το κόμμα Tisza (Σεβασμός και Ελευθερία).

Στις ευρωεκλογές του Ιουνίου 2024 στην Ουγγαρία έλαβε 30% των ψήφων, κατακτώντας τη δεύτερη θέση πίσω από το Fidesz.

Ο Μαγιάρ έχει δεσμευθεί να επαναφέρει την Ουγγαρία σε φιλοευρωπαϊκή πορεία, να βάλει τέλος στην εξάρτησή της από τη ρωσική ενέργεια, να αποκαταστήσει την ανεξαρτησία της δημόσιας ραδιοτηλεόρασης και της δικαιοσύνης, να ενισχύσει την οικονομία, να σταματήσει τη μαζική διαφθορά της εποχής Όρμπαν, να εξυγιάνει τις δημόσιες προμήθειες και να ξεμπλοκάρει τα παγωμένα κονδύλια της ΕΕ.

Πώς λειτουργεί το εκλογικό σύστημα – Ποιος είναι ο πιθανότερος νικητής των εκλογών

Από το 2010, ο Όρμπαν έχει προχωρήσει σε εκατοντάδες αλλαγές στους εκλογικούς κανόνες, μεταξύ άλλων μειώνοντας σχεδόν στο μισό τον αριθμό των εδρών του κοινοβουλίου, σε 199, και δημιουργώντας 106 μονοεδρικές περιφέρειες άνισου μεγέθους (οι υπόλοιποι βουλευτές εκλέγονται αναλογικά μέσω κομματικών λιστών).

Το αποτέλεσμα είναι ένα σύστημα φιλικό προς το Fidesz, καθώς απαιτούνται πολύ λιγότερες ψήφοι για τη νίκη σε περιφέρειες που στηρίζουν το κυβερνών κόμμα. Ο Όρμπαν έχει επίσης διευκολύνει την ψήφο των, κατά βάση φιλο-Fidesz, Ούγγρων που ζουν σε γειτονικές χώρες και έχει προσφέρει πολιτικές παροχές σε εκλογικές ομάδες πιστές στο κόμμα του, όπως οι συνταξιούχοι.

Αυτό σημαίνει ότι το Tisza, το οποίο στις περισσότερες δημοσκοπήσεις προηγείται κατά 8 έως 12 ποσοστιαίες μονάδες μεταξύ των ψηφοφόρων (αν και οι φιλοκυβερνητικοί δημοσκόποι δίνουν προβάδισμα στο κυβερνών κόμμα), ίσως χρειαστεί διαφορά 6 μονάδων έναντι του Fidesz για να εξασφαλίσει την πλειοψηφία.

Οι μέσοι όροι των δημοσκοπήσεων δίνουν στο κόμμα της αντιπολίτευσης το 50% της εθνικής ψήφου και στο Fidesz 39%. Ωστόσο, έως και το 25% των ερωτηθέντων παραμένουν αναποφάσιστοι και οι ειδικοί προειδοποιούν ότι οι πανεθνικές δημοσκοπήσεις δεν αποτυπώνουν τις πολυπλοκότητες των εκλογικών περιφερειών της Ουγγαρίας, που έχουν σχεδιαστεί με κομματικά κριτήρια.

Το Fidesz είναι πιο δημοφιλές στους ψηφοφόρους ηλικίας συνταξιοδότησης, σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις, και προηγείται του Tisza με 50% έναντι 20% σε ορισμένες από αυτές, ενώ το Tisza προηγείται καθαρά στις ηλικίες κάτω των 40 ετών και στους ψηφοφόρους των αστικών κέντρων.

Η συμμετοχή στις εκλογές της Κυριακής ενδέχεται να φτάσει σε επίπεδα-ρεκόρ, άνω του 80%, λένε οι δημοσκόποι.

Τα τρία σενάρια

Σε γενικές γραμμές, οι παρατηρητές βλέπουν τρία πιθανά αποτελέσματα: πλειοψηφία του Μαγιάρ την οποία ο Όρμπαν αποδέχεται· πλειοψηφία του Μαγιάρ την οποία ο Όρμπαν δεν αποδέχεται· ή πλειοψηφία του Όρμπαν. Και στα τρία σενάρια ωστόσο, η Ουγγαρία έχει έναν δύσβατο δρόμο μπροστά της.

Για τους λόγους που εκτέθηκαν παραπάνω, οι εκλογές στην Ουγγαρία μπορούν να χαρακτηριστούν ελεύθερες αλλά όχι δίκαιες και το ενδεχόμενο νίκης του Όρμπαν δεν μπορεί να αποκλειστεί. Αν κερδίσει, σχεδόν βέβαιο είναι ότι θα σκληρύνει ακόμη περισσότερο τη στάση του, η σύγκρουση με την ΕΕ θα ενταθεί και ο αυταρχισμός στο εσωτερικό της χώρας θα αυξηθεί.

Αν ο Όρμπαν χάσει, ιδίως με μικρή διαφορά, θα μπορούσε να αμφισβητήσει το αποτέλεσμα. Αυτό θα έφερνε την ΕΕ σε μια απολύτως πρωτοφανή κατάσταση και, παρά την πιθανή αντίθεση των συμμάχων του Όρμπαν, θα μπορούσε τελικά να οδηγήσει στην αναστολή των δικαιωμάτων ψήφου της Βουδαπέστης.

Από την άλλη, μια νίκη του Μαγιάρ που θα αναγνωριζόταν από τον Όρμπαν θα εκτόνωνε ασφαλώς τις σχέσεις ΕΕ-Ουγγαρίας – αν και ο ηγέτης της αντιπολίτευσης κάθε άλλο παρά προοδευτικός είναι και η ουγγρική πολιτική σε ζητήματα αιχμής όπως η μετανάστευση δύσκολα θα άλλαζε πολύ.

Στο εσωτερικό, εξάλλου, εκτός και αν το Tisza εξασφαλίσει υπερπλειοψηφία (133 έδρες), παραμένει ασαφές πόσα θα μπορούσε να πετύχει μια κυβέρνηση υπό την ηγεσία του Μαγιά: ο Όρμπαν έχει φροντίσει πολλοί νόμοι να απαιτούν υπερπλειοψηφία για να αλλάξουν και έχει τοποθετήσει πιστούς του σε όλα τα μεγάλα κρατικά θεσμικά όργανα.

Πηγή: skai.gr