Είναι ευρέως γνωστό πως φτάνοντας, το 1828, στην ασαφών συνόρων Ελλάδα, ο κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας, βρήκε άδεια ταμεία και χρέη. Τα χρέη δεν ήταν μόνο εσωτερικά, σε οπλαρχηγούς και προκρίτους, αλλά και εξωτερικά, σε τραπεζικούς οίκους του Λονδίνου. Ευλόγως αναφύεται το ερώτημα: Τι απέγιναν εκείνα τα δάνεια, τα οποία συνομολογήθηκαν το 1824 και το 1825, Φεβρουάριο μήνα; Αξιοποιήθηκαν ή σπαταλήθηκαν και από ποιους; Και, εντέλει, εξοφλήθηκαν;
Έως το 1824, οπότε συνομολογήθηκε το πρώτο δάνειο της Ανεξαρτησίας, η Επανάσταση αντλούσε τους πόρους της από λάφυρα, λύτρα, εσωτερικά δάνεια, αναγκαστικές εισφορές, τακτική φορολογία, τελωνειακούς δασμούς και φιλελληνικές εισφορές. Ωστόσο, τα όρια των παραπάνω ήταν πεπερασμένα. Ειδικά για τα λάφυρα, ας σημειωθεί πως σπάνια παραδίδονταν πρόθυμα από τους καπετάνιους.
Η χώρα, όπου το κλίμα ήταν προσφορότερο για σύναψη δανείου, ήταν η Μεγάλη Βρετανία. Εκεί, η υπερεπάρκεια και η κερδοσκοπία των κεφαλαιούχων συναντούσαν την επιθυμία για πολιτική επιρροή.
Για τη διαπραγμάτευση και σύναψη δανείου ορίστηκε, στα μέσα του 1823, τριμελής επιτροπή (Ιωάννης Ορλάνδος, Ανδρέας Λουριώτης, Ιωάννης Ζαΐμης). Τέλη Ιανουαρίου 1824, οι Ορλάνδος και Λουριώτης έφθασαν στην Αγγλία. Η ικανοποίηση του υπουργού των Εξωτερικών George Canning για τη σύναψη δανείου στην Αγγλία –και άρα αναχαίτιση της ρωσικής επιρροής– σε συνδυασμό με τη φιλική υποδοχή από τη Φιλελληνική Εταιρεία, δημιούργησαν στους Έλληνες απεσταλμένους υψηλές προσδοκίες.
Την έκδοση του δανείου ανέλαβαν οι τραπεζικοί οίκοι Loughnan και Ο’Brien με τη σύμβαση να υπογράφεται στις 20/2/1824. Η ευγνωμοσύνη των Ορλάνδου και Λουριώτη είχε ήδη μετουσιωθεί σε αποστροφή προς τους «ιδιωφελείς και αισχροκερδείς», που τους είχαν φέρει προ τετελεσμένων.
Συγκεκριμένα, συνάφθηκε δάνειο £800.000 με τιμή έκδοσης 59%, επιτόκιο 5%, προμήθεια 3%, ασφάλιστρα 1,5% και 36ετή περίοδο αποπληρωμής σε εξαμηνιαίες δόσεις. Λόγω επισφάλειας, η τιμή έκδοσης ήταν κατώτερη των δανείων άλλων χωρών (π.χ. Νάπολη 91,5%, Κολομβία 88,5%, Πορτογαλία 87%, Αργεντινή 85%, Δανία 77%, Βραζιλία 75%, Χιλή 70%). Εγγύηση κεφαλαίου τέθηκαν τα εθνικά κτήματα και τόκων τα δημόσια έσοδα. Τα χρήματα ορίστηκε να αποσταλούν σε τράπεζες στην υπό βρετανική κυριαρχία Ζάκυνθο και να παραδοθούν στους κυβερνώντες μετά από έγκριση ειδικής τριμελούς επιτροπής (Λάζαρος Κουντουριώτης, Λόρδος Byron, Leicester Stanhope). Βάσει της τιμής έκδοσης και αφαιρουμένων της προμήθειας και των ασφαλίστρων, στην Ελλάδα έπρεπε να φθάσουν £454.700.
Ωστόσο, το ποσό συρρικνώθηκε περίπου στις £300.000. Η διαφορά κάλυψε τόκους διετίας, χρεολύσια, προμήθειες, μεσιτικά, αλλά και –άνευ ενημέρωσης της ελληνικής διοίκησης– αγορά εμπορευμάτων (καραβόσκοινα, χαρτί, μόλυβδο, κ.ά.). Από τις προμήθειες, ξεχωρίζουν οι £11.000 του επίτιμου γραμματέα της Φιλελληνικής Εταιρείας, John Bowring.
Οπωσδήποτε, όμως, αν και οι δανειστικοί όροι ήταν επαχθείς, η σύναψη δανείου με τη θαλασσοκράτειρα δύναμη συνεπαγόταν σαφή πολιτικά οφέλη. Πέραν της επίσημης βρετανικής αναγνώρισης της υπόστασης της Ελλάδας ως έθνους νομίμως εμπόλεμου, η δανειοδότηση συνέδεσε τα συμφέροντα των τραπεζιτών του Λονδίνου με την έκβαση του αγώνα της Ανεξαρτησίας.
Οξυδερκής παρατηρητής των πραγμάτων, ο Αδαμάντιος Κοραής έγραψε στον Γεώργιο Κουντουριώτη, επισημαίνοντας πως οι Βρετανοί θα δάνειζαν με εγγυήσεις ακόμα και τον διάβολο, υπογράμμισε τη σημασία των ελληνικών νικών κατά των τυράννων και χαρακτήρισε τη χρηματοδότηση ομολογία και διακήρυξη της «Ελληνικής αυτονομίας». Παράλληλα, όμως, προειδοποιούσε, όπως και άλλοι, για τον κίνδυνο υποδούλωσης στους ξένους και νομιμοποίησης επεμβάσεων. «Καλήτερα, διασκορπισμένοι οι Έλληνες/ να τρέχωσι τον κόσμον, ψωμοζητούντες·/ Παρά προστάτας νάχωμεν», τονίζει και ο Ανδρέας Κάλβος στις «Ωδές».
Οπωσδήποτε, στα μέσα Απριλίου 1824 έφτασαν στη Ζάκυνθο £40.000, ενώ στα τέλη του μήνα εκδόθηκε, από την ελληνική διοίκηση, θέσπισμα, ώστε να διασφαλιστεί η ορθή χρήση του δανείου, το οποίο και αναγνωρίστηκε ως «χρέος κοινόν της Ελλάδος». Αρχές Ιουνίου έφτασε στη Ζάκυνθο και η δεύτερη ισόποση δόση. Εξαιτίας εσωτερικών αντιπαραθέσεων και δολοπλοκιών Ελλήνων και ξένων, τα χρήματα δεν έμελλε να παραδοθούν στην ελληνική διοίκηση πριν από τον Ιούλιο. Στο μεταξύ, συνεπεία αποσυντονισμού, διχόνοιας και αχρηματίας είχαν καταστραφεί η Κάσος και τα Ψαρά. Η χρηματοδότηση αποτέλεσε για την κυβερνώσα παράταξη του Γ. Κουντουριώτη τεκμήριο νομιμότητας και διασφάλισε την υποστήριξη της πλειονότητας των ενόπλων. Έως τον Απρίλιο του 1825 είχαν ληφθεί, μετά πανηγυρισμών και οι έξι δόσεις.
Η συνομολόγηση του δεύτερου δανείου
Στο μεταξύ, υπό το βάρος των αυξανόμενων αναγκών και της τουρκοαιγυπτιακής συμμαχίας, το καλοκαίρι του 1824 η ελληνική διοίκηση ανέθεσε στους Ορλάνδο, Λουριώτη και Ζαΐμη τη συνομολόγηση και δεύτερου, μεγαλύτερου δανείου με εγγύηση, ξανά, τα εθνικά κτήματα. Το ενδιαφέρον στράφηκε σε Λονδίνο και Παρίσι. Καθώς οι γαλλικές προτάσεις κρίθηκαν ασύμφορες, επιλέγηκε το Λονδίνο.
«Με τα ρούχα αιματωμένα/ ξέρω ότι έβγαινες κρυφά/ να γυρεύης εις τα ξένα/ άλλα χέρια δυνατά./ Μοναχή τον δρόμο επήρες,/ εξανάλθες μοναχή·/ δεν είν’ εύκολαις οι θύραις,/ εάν η χρεία ταις κουρταλή»,
έγραψε ο Διονύσιος Σολωμός, προβάλλοντας τα επάλληλα δράματα του εμπόλεμου ελληνικού έθνους.
Την έκδοση του δανείου ανέλαβε ο τραπεζικός οίκος Ricardo. Η συμφωνία, που υπογράφηκε στις 7/2/1825, προέβλεπε ονομαστικό δάνειο £2.000.000 με τιμή έκδοσης 55,5%. Από τις £1.100.000, οι £496.220 κρατήθηκαν στο Λονδίνο (£220.000: τόκοι διετίας, £64.000: προμήθειες, £212.220: εξαγορά ομολογιών).
Αν και, βάσει των παραπάνω, η Ελλάδα θα έπρεπε να λάβει £603.780, μόνο £232.558 έφτασαν στο Ναύπλιο. Τα υπόλοιπα χρήματα αναλώθηκαν για την παραγγελία έξι ατμοκίνητων πλοίων από την Αγγλία & οκτώ φρεγατών από την Αμερική, τη διοργάνωση επικουρικού σώματος υπό τον Thomas Cochrane και στρατιωτικό εξοπλισμό.
Από τα έξι βρετανικά ατμόπλοια, έμελλε να παραδοθούν μόνο τα «Καρτερία», «Επιχείρησις» και «Ερμής». Η «Καρτερία» παραδόθηκε τον Σεπτέμβριο του 1826, συμβάλλοντας καθοριστικά στην επανάσταση. Κατά τον απόπλου της, η «Επιχείρησις» κινδύνευσε με καταποντισμό, επισκευάστηκε και έφτασε στην Ελλάδα τον Σεπτέμβριο του 1827. Ο «Ερμής» έφθασε στην Ελλάδα τον Σεπτέμβριο του 1828, μετά από αντικατάσταση μηχανής. Ο «Ακαταμάχητος» κατακάηκε σε δοκιμή ενώ τα άλλα δύο πλοία έμειναν να σαπίζουν στον Τάμεση.
Στην Αμερική, οι ναυπηγοί περιορίστηκαν στην κατασκευή δύο φρεγατών, από τις παραδόθηκε μόνο μία, η «Ελλάς», τον Νοέμβριο του 1826. Το 1831, η φρεγάτα, πυρπολήθηκε από τον Ανδρέα Μιαούλη, θύμα και αυτή του αντικαποδιστριακού μένους.
Σπατάλες, αταξία, καταχρήσεις αλλά και «ηλιθιότητα»
Και τα χρήματα των δύο δανείων που έφτασαν στην Ελλάδα, περίπου £530.000, πώς αξιοποιήθηκαν; Σύμφωνα με τον αυτόπτη ιστορικό George Finlay και άλλους Έλληνες και ξένους παρατηρητές, η διαχείριση διασταυρώθηκε, επιζήμια, με τις εμφύλιες διαμάχες. Σπατάλες, αταξία, καταχρήσεις αλλά και «ηλιθιότητα» οδήγησαν στο άδειασμα του ελληνικού ταμείου. Μάλιστα, ο Finlay περιγράφει, γλαφυρά, την «παρέλαση» στους δρόμους του Ναυπλίου αργόσχολων ανδρών με πλούσιες φουστανέλες και αστραφτερά όπλα, αποκτημένα με τα δανεικά.
Σε επίπεδο ουσιαστικής αξιοποίησης, καθοριστική και επωφελής υπήρξε η χρηματοδότηση του στόλου. Η επιτευχθείσα αναδιοργάνωση οδήγησε σε σειρά νικηφόρων ναυμαχιών, σε Μυκάλη, κόλπο του Γέροντα, Κω-Αλικαρνασσό, κ.ά. Μέρος των χρημάτων κάλυψε στρατιωτικά και διοικητικά έξοδα, διασφαλίζοντας, προσωρινά έστω, ικανοποίηση και υπακοή. Συγχρόνως, όμως, ανατροφοδοτήθηκε η διχόνοια ενώ δημιουργήθηκε και υπεραισιοδοξία για τη συνέχεια.
Επακόλουθο της ιδιόμορφης εξέλιξης της υπόθεσης των δανείων ήταν η πτώχευση, το 1827, του ελληνικού κράτους εν τη γενέσει του. Στο μεταξύ, η χρηματοδότηση καλλιέργησε το έδαφος για βρετανικές παρεμβάσεις και έλεγχο.
Κατά τις δεκαετίες που ακολούθησαν, εξαιρουμένου του οθωνικού δανείου του 1833, τα παλαιά δάνεια εμπόδιζαν τη σύναψη νέων εξωτερικών δανείων, καθιστώντας τον εσωτερικό δανεισμό μονόδρομο. Το 1875, την ευθύνη των διαπραγματεύσεων για την επίλυση του ακανθώδους ζητήματος ανέλαβε ο πρέσβης της Ελλάδας στο Λονδίνο, Ιωάννης Γεννάδιος. Βάσει των προτάσεων του, εκδόθηκαν νέες ομολογίες αξίας £1.200.000, με επιτόκιο 5% και 33ετή ορίζοντα αποπληρωμής. Ως εγγύηση τέθηκαν οι εισπράξεις του χαρτοσήμου και του τελωνείου Κεφαλλονιάς. Η τελική σύμβαση υπογράφηκε στις 8/12/1878.
*Δρ Ιστορίας ΑΠΘ