Η προ ολίγων ημερών σημαντική αλλαγή στο θεσμικό πλαίσιο της εκκαθάρισης εταιριών, ανανέωσε το ενδιαφέρον για αυτή την πλευρά του δικαίου αφερεγγυότητας και τις προσδοκίες για την αποτελεσματικότερη λειτουργία του.

Η εκκαθάριση από το Δικαστήριο, αποτελεί το ύστατο “όπλο” του πιστωτή. Η εταιρεία παύει αμέσως την επιχειρηματική της δραστηριότητα, τα περιουσιακά της στοιχεία ρευστοποιούνται και διανέμονται και η ύπαρξή της τερματίζεται.

Η εκκαθάριση αυτή περιλαμβάνει επίσης έρευνα για τις αποφάσεις των προσώπων που ασκούν διοικητικές αρμοδιότητες στην εταιρεία, προκειμένου να εξακριβωθούν οι συνθήκες που την οδήγησαν σε δυσμενή θέση.

Μεταξύ άλλων λόγων, το δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει την εκκαθάριση μιας εταιρείας, εάν αυτή αδυνατεί να πληρώσει τα χρέη της και αν το δικαστήριο είναι της γνώμης ότι η επιλογή της διαδικασίας αυτής είναι μια δίκαιη οδός (Άρθρο 211, περί Εταιρειών Νόμος, Κεφ. 113).

Ανάμεσα σε άλλα πρόσωπα, αίτηση για να κινηθεί η διαδικασία μπορεί να υποβληθεί από οποιονδήποτε πιστωτή (συμπεριλαμβανομένου ενός ενδεχόμενου ή μελλοντικού), από σύμβουλο αφερεγγυότητας κατα τις προβλέψεις του Ευρωπαικού Κανονισμού Πτώχευσης ή από τον Εξεταστή (άρθρο 213).

Μια εταιρεία θεωρείται ότι δεν είναι σε θέση να εξοφλήσει τα χρέη της εάν ισχύει κάποιο από τα ακόλουθα:

•             εάν στον πιστωτή οφείλεται ποσό άνω των 5.000 ευρώ, έχει επιδοθεί στην εταιρεία ειδοποίηση απαίτησης για πληρωμή του χρέους της και η εταιρεία αμελήσει να το διευθετήσει τις επόμενες τρεις εβδομάδες,

•             εάν μια εκτέλεση μετά απο δικαστική απόφαση ή διάταγμα οποιουδήποτε δικαστηρίου προς όφελος ενός πιστωτή της εταιρείας, αποβεί ανικανοποίητη,

•             εάν αποδειχθεί ότι η εταιρεία αδυνατεί να εξοφλήσει τις οφειλές της όπως αυτές καθίστανται απαιτητές, λαμβάνοντας υπόψη τις πιθανές και μελλοντικές υποχρεώσεις της , και/ή

•             αν αποδεικνύεται ότι η αξία των περιουσιακών στοιχείων της εταιρείας είναι μικρότερη από τις υποχρεώσεις της, λαμβάνοντας υπόψη και τις πιθανές και μελλοντικές της υποχρεώσεις. (άρθρο 212)

Κατά την έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης η εταιρεία δεν μπορεί πλέον να συναλλάσσεται, παρά μόνο κατόπιν έγκρισης του δικαστηρίου (ή της επιτροπής πιστωτών, εάν υπάρχει) για την ρευστοποίηση των περιουσιακών της στοιχείων.

Καμία αγωγή δεν μπορεί να κινηθεί εναντίον της, χωρίς άδεια του δικαστηρίου και μόνον υπό τους όρους που μπορεί αυτό να επιβάλει (άρθρο 220). Κάθε διάθεση της περιουσίας της εταιρείας και οποιαδήποτε μεταβίβαση μετοχών ή μεταβολή της ιδιότητας των μελών της εταιρείας μετά την έναρξη της εκκαθάρισης είναι άκυρη, εκτός εάν το δικαστήριο διατάξει διαφορετικά.

Όλα τα περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας περιέρχονται στον εκκαθαριστή, ο οποίος, κατά μια σχετικά ευρεία διακριτική ευχέρεια, είναι υπεύθυνος για τη ρευστοποίησή τους, τον καθορισμό του ύψος των επιμέρους απαιτήσεων και τη διανομή τυχόν κεφαλαίων σύμφωνα με τις διατάξεις για την κατάταξη απαιτήσεων.

Οι σύμβουλοι πρέπει να παρέχουν μια κατάσταση που να περιγράφει λεπτομερώς όλα τα περιουσιακά στοιχεία και τις υποχρεώσεις της εταιρείας, συμπεριλαμβανομένων των μελλοντικών και ενδεχόμενων περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων.

Ορισμένες από αυτές τις εξουσίες του εκκαθαριστή απαιτούν την έγκριση του δικαστηρίου (ή της επιτροπής πιστωτών, εάν έχει ορισθεί) και, πάντως, όλες τους υπόκεινται στον έλεγχό του. Οποιοσδήποτε, δε, πιστωτής ,μπορεί να προσφύγει στο δικαστήριο σχετικά με την άσκηση των εξουσιών αυτών (άρθρο 233(3)).

Μετά τη ρευστοποίηση των περιουσιακών στοιχείων και τη διανομή των κεφαλαίων, ο εκκαθαριστής μπορεί να προσφύγει στο δικαστήριο για τη λύση της εταιρείας. Η εταιρεία λύεται με ισχύ από την ημερομηνία του διατάγματος (άρθρο 260).

Σ ό,τι αφορά τον Επίσημο Παραλήπτη, αυτός είναι κρατικός αξιωματούχος και στην Κύπρο η θέση παραδοσιακά συνδέεται στενότατα με την ιδιότητα του εκκαθαριστή. Ωστόσο, πρόσφατα, προέκυψε σημαντική νομοθετική παρέμβαση με τον περί Εταιρειών (Τροποποιητικό) Νόμο του 2023, Ν.80(Ι)/2023, ο οποίος θεσπίζει νέες ρυθμίσεις στις διαδικασίες εκκαθάρισης.

Μεταξύ αυτών, οι αιτητές δύνανται να προσφεύγουν στο Δικαστήριο για το διορισμό συμβούλων αφερεγγυότητας ως εκκαθαριστών αφερέγγυων εταιρειών κατά την έναρξη της διαδικασίας εκκαθάρισης.

Η ασαφής διατύπωση των προηγούμενων σχετικών διατάξεων της νομοθεσίας, εμπόδιζε μέχρι σήμερα τα δικαστήρια να διορίζουν συμβούλους αφερεγγυότητας ως εκκαθαριστές, από την αρχή της διαδικασίας.

Στο στάδιο αυτό, η σχετική εξουσία αποδιδόταν στον Επίσημο Παραλήπτη. Οι διαδικασίες που μέχρι σήμερα εφαρμόζονται, για τη διασφάλιση των περιουσιακών στοιχείων της εταιρείας και τις επαληθεύσεις χρέους των πιστωτών, απαραίτητες για τη σύγκληση συνέλευσης πιστωτών και τον ορισμό ενός συμβούλου αφερεγγυότητας ως εκκαθαριστή της εταιρείας σε μεταγενέστερο χρονικό σημείο, είναι χρονοβόρες και δαπανηρές.

Κατά το τροποποιημένο άρθρο 228(α) «Ο επίσημος παραλήπτης καθίσταται λόγω του αξιώματος του εκκαθαριστής, εκτός εάν […], διοριστεί άλλο πρόσωπο ως εκκαθαριστής και είναι σε θέση να ενεργεί ως τέτοιος. Νοείται ότι, αίτημα για τον διορισμό προσώπου άλλου από τον Επίσημο Παραλήπτη ως εκκαθαριστή, δύναται να υποβληθεί […] εξαρχής, στο πλαίσιο της αίτησης εκκαθάρισης της εταιρείας […]».

Παρέχεται ακόμα η δυνατότητα να διοριστεί σύμβουλος αφερεγγυότητας ως εκκαθαριστής κατά την έκδοση του διατάγματος εκκαθάρισης από το Δικαστήριο.

Η ορθή εφαρμογή και αξιοποίηση των νέων θεσμικών παρεμβάσεων δημιουργεί εύλογη προσδοκία ταχύτερης ολοκλήρωσης των διαδικασιών εκκαθάρισης εταιρειών (που μέχρι σήμερα είναι ιδιαίτερα χρονοβόρες και συσσωρεύονται στο Τμήμα Αφερεγγυότητας) στοιχείο σημαντικό και για έναν επιπλέον, όχι στενα νομικό, αλλα ευρύτερα συστημικό λόγο: την αντιμετώπιση του προβλήματος των λεγόμενων εταιρειών “ζόμπι”.

Δυστυχώς, στην Κύπρο -και όχι μόνον- παρατηρείται ευρέως ότι, άλλοτε λόγω του φόβου του στιγματισμού, άλλοτε λόγω των απατηλών ελπίδων ανάκαμψης αλλά και εξ αιτίας επιχειρηματικής υστεροβουλίας, οι διοικήσεις των εταιρειών σπάνια είναι πρόθυμες να κινήσουν διαδικασίες διάσωσης. Αυτού του είδους οι πρωτοβουλίες συχνά αφήνονται στους πιστωτές.

Οι κύριοι παράγοντες που οδηγούν στο φαινόμενο του «zombification» των εταιρειών είναι, μεταξύ άλλων, ο μη βιώσιμος δανεισμός, οι προβληματικές αναδιαρθρώσεις χρεών (χωρίς ικανοποιητική ικανότητα αποπληρωμής) καθώς και το ανεπαρκές θεσμικό πλαίσιο που αφορά τόσο στην απονομή δικαιοσύνης γενικά, όσο και τις διαδικασίες αφερεγγυότητας, ειδικότερα.

Ως επακόλουθο, μη βιώσιμες επιχειρήσεις με ανεπαρκή ή και καθόλου δυνατότητα εξυπηρέτησης των υποχρεώσεων τους και χωρίς προοπτικές ανάκαμψης) συνεχίζουν για χρόνια τη λειτουργία τους.

Η κατάσταση αυτή αποτελεί “βαρίδι” για το σύνολο της οικονομίας αφού επιβραδύνει τη συνολική παραγωγικότητα (λόγω της απομύζησης παραγωγικών πόρων απο μη βιώσιμες δραστηριότητες, επιβαρύνει την αγορά κεφαλαίου και εργασίας και, εν τέλει, ολόκληρη την παραγωγική και οικονομική αλυσίδα (Ιωαννίδης 2021).

Αν ληφθούν υπόψη αφενός, ότι ο τοπικός επιχειρηματικός τομέας έχει, συγκριτικά, έναν από τους πιο υψηλούς δείκτες δανειακής επιβάρυνσης σε σχέση με το ΑΕΠ της χώρας , αφ ετέρου το συναφές σοβαρό πρόβλημα των μη εξυπηρετούμενων δανείων, γίνεται σαφές οτι η τελευταία τροποποίηση του δικαίου της εκκαθάρισης ειναι εύστοχη και ευπρόσδεκτη.

Στο βαθμό που κρίνεται απο τα εμπλεκόμενα μέρη οτι μια διαδικασία διάσωσης είναι άσκοπη, οδηγώντας σε περαιτέρω καταστροφή αξίας (throwing good money after bad), η ορθή, έγκαιρη και αποτελεσματική αξιοποίηση της διαδικασίας της εκκαθάρισης μπορεί να αποφέρει ουσιαστικά οφέλη τόσο σε στενά επιχειρηματικό επίπεδο, όσο και σ αυτό της εθνικής οικονομίας.

*Δικηγόρος, DS Partners Law Firm