Μάλλον απογοήτευση προκαλούν σε όσους θεωρούν τη φορολογική μεταρρύθμιση επείγουσα τα όσα ανακοινώθηκαν από τον υπουργό Οικονομικών και ακαδημαϊκούς του Πανεπιστημίου Κύπρου την Παρασκευή, για τον χρόνο ολοκλήρωσης των μελετών και του σχεδιασμού για την πολυσυζητημένη μεταρρύθμιση, που εδώ και μερικά χρόνια καθυστερεί ή αναβάλλεται.

Τον «ολοκληρωμένο φορολογικό μετασχηματισμό» που υπόσχεται η Κυβέρνηση ανέλαβε το Κέντρο Οικονομικών Ερευνών (ΚΟΕ) του, αν και μέχρι τα μέσα του 2022 η προηγούμενη Κυβέρνηση δήλωνε αποφασισμένη να προχωρήσει η ίδια τον κοινωνικό διάλογο για τη μεταρρύθμιση μέσα στο 2023. Διότι τη θεωρούσε μέχρι ενός χρονικού σημείου και η ίδια αναγκαία. Είναι αλήθεια ότι τέλη του 2022 ο τέως υπουργός Οικονομικών είχε κόψει τα φτερά όσων ετοιμάζονταν για έναν ευρύ, εντατικό διάλογο για τη μεταρρύθμιση. Πριν ακριβώς ένα χρόνο, περίπου τέσσερις μήνες από τις προεδρικές εκλογές και εν μέσω μεγάλης αβεβαιότητας από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία -με την εκτόξευση του πληθωρισμού και την ενεργειακή κρίση- ο κ. Πετρίδης δήλωνε ότι «θα ήταν μεγάλη ανευθυνότητα να προτείνει σε αυτή τη φάση φορολογική μεταρρύθμιση». Ενδεχομένως το ίδιο να ισχύει και σήμερα. Αλλά δεν ειπώθηκε κάτι τέτοιο από τη σημερινή Κυβέρνηση. Η οποία είχε εξαρχής τοποθετηθεί υπέρ μιας φορολογικής μεταρρύθμισης. Προεκλογικά, ο κ. Χριστοδουλίδης είχε επισημάνει τη σημασία ενός νέου, δικαιότερου και πιο σύγχρονου φορολογικού πλαισίου και είχε υποσχεθεί αύξηση του ορίου του αφορολόγητου εισοδήματος στις 24.500 ευρώ, από τις 19.000 που είναι σήμερα.

Την Παρασκευή, όμως, ο υπουργός Οικονομικών και το Κέντρο Οικονομικών Ερευνών (ΚΟΕ) ανακοίνωσαν πως η μελέτη για τη μεταρρύθμιση θα είναι έτοιμη το 2025. Θα είναι; Ξέρουμε όλοι ότι με τα χρονοδιαγράμματα δεν το έχουμε στην Κύπρο.

Ακόμα όμως και αν ολοκληρωθεί το αρχικό πλαίσιο το 2025, η φορολογική μεταρρύθμιση δεν μπορεί να επιβληθεί στην κοινωνία με αποφάσεις ή διατάγματα της Κυβέρνησης. Προϋποθέτει σοβαρό και ευρύ κοινωνικό διάλογο και είναι αμφίβολο αν μπορεί αυτός να γίνει με τρόπο αποδοτικό, παράλληλα με την ετοιμασία του νέου φορολογικού πλαισίου από το πανεπιστήμιο. Απαιτεί όμως, κατά κύριο λόγο, τροποποίηση πολλών νομοθεσιών. Οι νομοθετικές αλλαγές –που επηρεάζουν αλληλοσυγκρουόμενα συμφέροντα- απαιτούν προεργασία και νομοτεχνική επεξεργασία από τα επηρεαζόμενα υπουργεία και τη Νομική Υπηρεσία, πριν κατατεθούν στο Υπουργικό και στη Βουλή. Και όλοι μπορούμε να αντιληφθούμε ότι η έγκριση των νομοσχεδίων για το νέο φορολογικό πλαίσιο ούτε εύκολα, ούτε γρήγορα και μάλλον ούτε ομόφωνα είναι δυνατό να επιτευχθεί. Ο κ. Κεραυνός είπε ότι «το νέο φορολογικό πλαίσιο πρέπει να είναι ενθαρρυντικό προς τοκαι ταυτόχρονα να είναικοινωνικά δίκαιοκαι να ικανοποιεί τα ευρωπαϊκά πρότυπα και αρχές, με στόχευση τη μείωση της φοροδιαφυγής και φοροαποφυγής, καθώς και την ενίσχυση της φορολογικής δικαιοσύνης».

Προφανώς αυτοί οι στόχοι περνούν μέσα από τη γεφύρωση του χάσματος που χωρίζει τα συμφέροντα και τις στοχεύσεις επιχειρηματικών κλάδων, συνδικαλιστικών οργανώσεων, εργοδοτικών συνδέσμων, κοινωνικών φορέων. Προϋποθέτουν επίσης την υλοποίηση δεσμεύσεων της Δημοκρατίας έναντι της ΕΕ για την πράσινη μετάβαση.

Όπως διαμορφώνεται το σκηνικό, δεν είναι καθόλου απίθανο η κορύφωση της συζήτησης για τη φορολογική μεταρρύθμιση να συμπέσει χρονικά με τις βουλευτικές εκλογές του 2026 ή ακόμα με τις προεδρικές του 2028, με ό,τι αυτό σημαίνει για την πιθανότητα επιμόλυνσης του διαλόγου από πάσης φύσεως σκοπιμότητες. Αυτά τα δεδομένα μόνο προβληματισμό δικαιολογούν σε αυτή τη φάση.