Η δημόσια συζήτηση για την εκπαίδευση επικεντρώνεται στην αξιολόγηση των εκπαιδευτικών. Είναι μια σημαντική συζήτηση. Και μάλιστα άργησε να γίνει. Όμως, αν περιοριστεί μόνο στον τρόπο αξιολόγησης, κινδυνεύει να χάσει το ουσιώδες: το αν το δημόσιο σχολείο, ως σύστημα, μπορεί σήμερα να προσφέρει στους μαθητές όσα χρειάζονται χωρίς να τα αγοράζουν οι οικογένειες από την ιδιωτική αγορά.
Διότι η πραγματικότητα είναι σκληρή. Η παιδεία στην Κύπρο είναι μόνο τυπικά δωρεάν. Ουσιαστικά όμως, όταν η επιτυχία – και ειδικά η εισαγωγή στο πανεπιστήμιο – προϋποθέτει συστηματική ιδιωτική δαπάνη για ιδιαίτερα μαθήματα, τότε η παιδεία παύει να είναι πραγματικά δωρεάν. Μετατρέπεται σε ένα μεικτό σύστημα: το κράτος χρηματοδοτεί τη φοίτηση, αλλά οι οικογένειες χρηματοδοτούν την πιθανότητα επιτυχίας. Πρόκειται για έναν σιωπηλό μηχανισμό ιδιωτικοποίησης του αποτελέσματος της εκπαίδευσης.
Για χιλιάδες οικογένειες, ιδιαίτερα στις τελευταίες τρεις τάξεις πριν το πανεπιστήμιο, το κόστος αυτό ανέρχεται στα €600–€800 τον μήνα ανά μαθητή – συχνά και περισσότερο. Δηλαδή €7.200–€9.600 τον χρόνο και έως €28.800 σε βάθος τριετίας. Για το μέσο κυπριακό νοικοκυριό, αυτό αντιστοιχεί περίπου στο ένα τέταρτο του ετήσιου διαθέσιμου εισοδήματος. Δεν πρόκειται για «επένδυση επιλογής», αλλά για έναν ιδιωτικό φόρο στις οικογένειες, που επιβάλλεται χωρίς νόμο, χωρίς έλεγχο και χωρίς κοινωνική συναίνεση.
Γιατί όμως αυτή η δαπάνη θεωρείται αναγκαία; Επειδή το εκπαιδευτικό σύστημα λειτουργεί κυρίως ως μηχανισμός κατάταξης. Τα ιδιαίτερα δεν αγοράζονται μόνο για να μάθει το παιδί, αλλά για να μη μείνει πίσω από τους άλλους. Ακόμη και άριστοι μαθητές καταφεύγουν σε εντατική παραπαιδεία, όχι επειδή δεν μπορούν, αλλά επειδή φοβούνται ότι χωρίς αυτήν θα χάσουν τη σχετική τους θέση. Έτσι δημιουργείται μια κούρσα διατήρησης πλεονεκτήματος, όπου όλοι πληρώνουν περισσότερα απλώς για να μείνουν στο ίδιο σημείο.
Όταν όμως η παραπαιδεία δεν είναι εξαίρεση αλλά κανόνας, αυτό δεν αποτελεί ατομική επιλογή των οικογενειών. Είναι ένδειξη συστημικής αδυναμίας. Το δημόσιο σχολείο δεν καταφέρνει να καλύψει επαρκώς την ύλη ούτε να προσφέρει την αναγκαία εξατομικευμένη στήριξη, ιδιαίτερα στις κρίσιμες εξεταστικές τάξεις. Η ύπαρξη ενός παράλληλου, ιδιωτικού συστήματος προετοιμασίας συνιστά έμμεση παραδοχή θεσμικής αποτυχίας.
Το πιο ανησυχητικό στοιχείο είναι ότι όλη αυτή η τεράστια ιδιωτική δαπάνη δεν μεταφράζεται σε καλύτερα μαθησιακά αποτελέσματα. Τα αποτελέσματα του PISA 2022 δείχνουν ότι οι Κύπριοι μαθητές κατατάσσονται κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο στα μαθηματικά, τις φυσικές επιστήμες και ιδιαίτερα στην κατανόηση κειμένου. Και αυτό σε μια χώρα που ούτε λίγα δημόσια κονδύλια διαθέτει για την παιδεία, ούτε λίγα ιδιωτικά χρήματα επενδύουν οι οικογένειες. Το εκπαιδευτικό μοντέλο κοστίζει ακριβά, αλλά δεν αποδίδει αντίστοιχα σε βασικές δεξιότητες.
Η σύγκριση με χώρες όπως η Εσθονία και η Φινλανδία είναι αποκαλυπτική. Εκεί, οι μαθητές επιτυγχάνουν κορυφαίες επιδόσεις με ελάχιστη εξάρτηση από παραπαιδεία, επειδή το δημόσιο σχολείο παρέχει έγκαιρη στήριξη, ποιοτική διδασκαλία και κυρίως θεσμική εμπιστοσύνη ότι «το σχολείο αρκεί». Στην Κύπρο, αντίθετα, η ιδιωτική δαπάνη βελτιώνει κυρίως την κατάταξη στις εξετάσεις, όχι το συνολικό μορφωτικό επίπεδο της κοινωνίας.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η συζήτηση για την αξιολόγηση των εκπαιδευτικών δεν μπορεί να είναι αποκομμένη από μια ευρύτερη και πιο ριζική εκπαιδευτική μεταρρύθμιση. Η αξιολόγηση έχει νόημα μόνο αν συνδέεται με ουσιαστική επιμόρφωση, με ενίσχυση του εκπαιδευτικού έργου μέσα στην τάξη και με μετρήσιμη βελτίωση των μαθησιακών αποτελεσμάτων – όχι αν περιορίζεται σε μια διοικητική άσκηση.
Αν θέλουμε πραγματικά να μειώσουμε την παραπαιδεία, απαιτούνται καθαρές πολιτικές επιλογές: καθολική και δωρεάν ενισχυτική διδασκαλία εντός του δημόσιου σχολείου, θεσμοθέτηση δικαιώματος προετοιμασίας για εξετάσεις, αποσυμπίεση του εξεταστικού ανταγωνισμού, έγκαιρη στήριξη μαθητών με μαθησιακά κενά και ουσιαστική ρύθμιση της αγοράς παραπαιδείας. Παράλληλα, η αξιολόγηση των εκπαιδευτικών πρέπει να συνδεθεί με πραγματική στήριξη, επαγγελματική ανάπτυξη και μεγαλύτερη παιδαγωγική αυτονομία των σχολείων.
Χωρίς αυτές τις τομές, ο ιδιωτικός αυτός φόρος στις οικογένειες θα συνεχίσει να βαθαίνει τις ανισότητες και να ακυρώνει τον δημόσιο χαρακτήρα της παιδείας. Η επιλογή είναι ξεκάθαρα πολιτική: είτε αποδεχόμαστε ότι η επιτυχία αγοράζεται, είτε επανασχεδιάζουμε την εκπαίδευση ως πραγματικό δημόσιο αγαθό και μοχλό κοινωνικής κινητικότητας.
* Ο Δρ. Στέλιος Πλατής είναι Διδάκτορας Χρηματοοικονομικών και Μακροοικονομίας του Πανεπιστημίου του Cambridge