Πρόεδρος Συμβουλίου Οικονομίας και Ανταγωνιστικότητας

Επιχειρήσεις και κράτη βρίσκονται διαχρονικά ενώπιον ενός στρατηγικού διλήμματος: εξειδίκευση ή διαφοροποίηση και διεύρυνση της οικονομικής βάσης. Όσο διευρύνεται η βάση, τόσο περιορίζεται το περιθώριο εξειδίκευσης και, κατ’ επέκταση, οι διαθέσιμοι πόροι για καινοτομία, έρευνα και ανάπτυξη, ιδιαίτερα όταν οι νέες δραστηριότητες δεν αποδίδουν.

Σε αντίθεση με τις μικρές, οι μεγάλες οικονομίες έχουν την πολυτέλεια και των δύο επιλογών. Σε ένα παγκοσμιοποιημένο και ιδιαίτερα ανταγωνιστικό περιβάλλον, το δίλημμα γίνεται πιο έντονο για μια μικρή και ανοικτή οικονομία όπως η Κύπρος. Η ανάγκη τόσο για εξειδίκευση όσο και για διεύρυνση της οικονομικής βάσης είναι επιτακτική αλλά ταυτόχρονα δύσκολη. Η πρόκληση έγκειται στην εξεύρεση ισορροπίας ανάμεσα στην ασφάλεια και την ανάπτυξη.

Το θετικό για την Κύπρο είναι ότι οι κίνδυνοι αυτοί αντισταθμίζονται εν μέρει από τον υψηλότερο βαθμό ευελιξίας που απολαμβάνουν τα μικρά κράτη, όπως καταγράφηκε σε αρκετές περιπτώσεις κατά την πρόσφατη οικονομική ιστορία. Επιπρόσθετα, ως μέλος της ευρωπαϊκής οικογένειας, η χώρα απέκτησε θεσμική προστασία απέναντι στις οικονομικές κρίσεις. Όποιες και αν είναι οι αντιλήψεις για την Ευρωπαϊκή Ένωση, όπως και οι ερμηνείες για τη συμπεριφορά της Τρόικας την περίοδο 2011–2014, έγινε αντιληπτή η σημασία της συμμετοχής σε μια μεγαλύτερη οικονομία με διευρυμένη παραγωγική βάση, η οποία απορροφά πιο αποτελεσματικά κραδασμούς και κρίσεις που πλήττουν μεμονωμένους τομείς.

Η εξειδίκευση, δηλαδή η επικέντρωση σε επιλεγμένους τομείς σε συγκεκριμένες γεωγραφικές περιοχές, είναι ταυτόχρονα δυνατή και ωφέλιμη. Κανείς, για παράδειγμα, δεν επικρίνει την οικονομία της περιοχής του Μπορντό για τη μεγάλη επικέντρωσή της στα οινικά προϊόντα, όπως και ουδείς εισηγείται ότι η Αγία Νάπα θα πρέπει να μειώσει την εξάρτησή της από τον τουρισμό. Πρόκειται για ρίσκα τα οποία μια οικονομία, όπως και μια επιχείρηση, οφείλει να είναι έτοιμη να αναλάβει, σχεδιάζοντας παράλληλα τον τρόπο αντιμετώπισής τους εφόσον εκδηλωθούν. Η διαχείριση του ρίσκου πρέπει να αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του στρατηγικού σχεδιασμού.

Στην Κύπρο βρίσκεται σε εξέλιξη συζήτηση για τη διεύρυνση της οικονομικής βάσης μέσω νέων τομέων, οι οποίοι αφενός θα μειώσουν το ρίσκο σε περίπτωση σοβαρού πλήγματος σε υφιστάμενους κλάδους και αφετέρου ενδεχομένως να αποδειχθούν μακροπρόθεσμα πιο κερδοφόροι, με θετικές επιπτώσεις στο σύνολο της κοινωνίας. Παράλληλα, η μεγέθυνση της οικονομικής δραστηριότητας μπορεί να έχει και παράπλευρα οφέλη, όπως η βελτίωση της συνδεσιμότητας της Κύπρου με άλλους προορισμούς ή η καθιστάμενη βιωσιμότητα επενδύσεων σε μεγάλα έργα υποδομής, που με τη σειρά τους μπορούν να στηρίξουν και να ενδυναμώσουν υφιστάμενους τομείς. Επιπλέον, η διαφοροποίηση ενισχύει την ανθεκτικότητα έναντι γεωπολιτικών κινδύνων και δημιουργεί νέες θέσεις εργασίας υψηλής εξειδίκευσης.

Στο πλαίσιο αυτής της συζήτησης αναδύονται δύο πιθανά λάθη που πρέπει να αποφευχθούν. Το πρώτο είναι η ταυτόχρονη υλοποίηση όλων των ιδεών. Οι πόροι και οι υποδομές μιας μικρής οικονομίας δεν το επιτρέπουν και κάτι τέτοιο θα μείωνε τις πιθανότητες επιτυχούς υλοποίησης των στρατηγικών επενδύσεων που θα επιλεγούν. Το δεύτερο είναι η προώθηση στρατηγικών επιλογών αγνοώντας τις δυνατότητες των υφιστάμενων υποδομών και πόρων, καθώς και τις παράπλευρες κοινωνικές και οικονομικές επιπτώσεις. Η εμπειρία του Κυπριακού Επενδυτικού Προγράμματος, όπου πόροι μετακινήθηκαν από άλλους παραγωγικούς τομείς καθιστώντας τους λιγότερο ανταγωνιστικούς, θα πρέπει να λειτουργήσει ως μάθημα για το μέλλον.

Αυτό που απαιτείται είναι η δημιουργία ενός μηχανισμού που θα καταγράψει και θα αναλύσει όλα τα διαθέσιμα στοιχεία, τις επιλογές, τις απαιτήσεις και τις επιπτώσεις, τόσο βραχυπρόθεσμα όσο και μακροπρόθεσμα, ώστε στη συνέχεια να γίνουν στοχευμένες επιλογές. Είναι προτιμότερο να επιλεγούν λίγες επενδύσεις που μπορούν πρακτικά να ολοκληρωθούν με επιτυχία, παρά να επιλεγούν όλες με το σκεπτικό ότι δεν πρέπει να χαθεί καμία. Η στρατηγική προτεραιοποίηση αποτελεί καθοριστικό παράγοντα επιτυχίας.

Μεταξύ των παραγόντων που πρέπει να ληφθούν υπόψη είναι οι υφιστάμενοι πόροι και οι υποδομές της χώρας. Ήδη καταγράφονται προβλήματα υδροδότησης, ενέργειας και εξεύρεσης εργατικού δυναμικού, ενώ το οδικό δίκτυο και οι συγκοινωνίες δεν επαρκούν για να καλύψουν τις ανάγκες της κοινωνίας. Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να αποκλειστούν τομείς που απαιτούν αυτούς τους πόρους. Η αξιολόγηση οφείλει να γίνει παράλληλα με έγκαιρο σχεδιασμό για τη διασφάλιση των αναγκαίων υποδομών, που περιλαμβάνουν την απαιτούμενη ηλεκτρική ενέργεια και το δίκτυο διανομής της, την εγκατάσταση νέων μονάδων αφαλάτωσης, την εκπαίδευση ή μετεκπαίδευση προσωπικού, καθώς και την υλοποίηση σχεδίου εισαγωγής και κοινωνικής ένταξης εργατικού δυναμικού.

Παράλληλα, η ενίσχυση της συνεργασίας με πανεπιστήμια και ερευνητικά κέντρα μπορεί να συμβάλει στη δημιουργία ενός οικοσυστήματος καινοτομίας που θα στηρίζει τις νέες επενδύσεις. Η αξιοποίηση της ψηφιακής τεχνολογίας, της τεχνητής νοημοσύνης και της πράσινης ενέργειας θα πρέπει να αποτελέσει κεντρικό άξονα του σχεδιασμού.

Οι οικονομικές συνθήκες και οι πολιτικές εξελίξεις έχουν φέρει τη χώρα σε μια ευνοϊκή θέση, η οποία επιτρέπει την υλοποίηση αυτού του στρατηγικού σχεδιασμού, που αναπόφευκτα θα απαιτήσει σημαντικές επενδύσεις σε υποδομές. Πρόκειται για την περίοδο κατά την οποία τα δημοσιονομικά πλεονάσματα θα πρέπει να διοχετευθούν σε παραγωγικές επενδύσεις με μακροχρόνιες θετικές επιπτώσεις, αντί σε ανελαστικές δαπάνες ή σε φορολογικές μειώσεις που ενδέχεται να μην είναι διατηρήσιμες. Η στρατηγική αξιοποίηση των πλεονασμάτων μπορεί να αποτελέσει το θεμέλιο για μια νέα αναπτυξιακή πορεία, η οποία θα συνδυάζει την οικονομική σταθερότητα με την κοινωνική πρόοδο.