Η κλιμάκωση των γεωπολιτικών εντάσεων στη Μέση Ανατολή και ειδικότερα η προοπτική παρατεταμένου πολέμου στο Ιράν επαναφέρουν στο προσκήνιο μια γνώριμη αλλά πάντα επίκαιρη ανησυχία: πόσο ανθεκτικές είναι οι σύγχρονες οικονομίες απέναντι σε εξωγενή σοκ; Όπως επισημαίνουν Γερμανοί οικονομολόγοι, οι επιπτώσεις ενός τέτοιου πολέμου δεν συνιστούν καταστροφή, αλλά μια σαφή οπισθοδρόμηση, κυρίως μέσω της αύξησης του πληθωρισμού και της επιβράδυνσης της ανάπτυξης. Η διαπίστωση αυτή, αν και αφορά πρωτίστως τη Γερμανία, έχει άμεση σημασία και για μικρότερες, πιο ευάλωτες οικονομίες όπως η ελληνική και η κυπριακή.

Σύμφωνα με τα σενάρια που παρουσιάζονται, η διάρκεια και η ένταση της σύγκρουσης θα καθορίσουν το μέγεθος των επιπτώσεων. Σε περίπτωση σύντομης αποκλιμάκωσης, η οικονομική δραστηριότητα αναμένεται να επηρεαστεί περιορισμένα. Αντίθετα, μια παρατεταμένη κρίση θα εντείνει τις πληθωριστικές πιέσεις και θα περιορίσει περαιτέρω τους ρυθμούς ανάπτυξης. Ο κοινός παρονομαστής και των δύο σεναρίων είναι η αύξηση του κόστους ενέργειας και πρώτων υλών, με άμεσες συνέπειες για τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις.

Η εμπειρία των τελευταίων ετών έχει καταδείξει ότι οι διεθνείς εφοδιαστικές αλυσίδες παραμένουν ευάλωτες. Η περιοχή του Κόλπου αποτελεί κρίσιμο κόμβο για τη διακίνηση όχι μόνο πετρελαίου, αλλά και βασικών αγαθών όπως είναι τα λιπάσματα. Οποιαδήποτε διαταραχή στην περιοχή αυτή μεταφράζεται σε αύξηση του κόστους παραγωγής, ιδιαίτερα στον αγροδιατροφικό τομέα. Αυτό, με τη σειρά του, οδηγεί σε αυξήσεις τιμών στα τρόφιμα, επιβαρύνοντας δυσανάλογα τα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα.

Για την Ελλάδα, μια οικονομία που εξακολουθεί να ανακάμπτει από τις συνέπειες της πολυετούς κρίσης, οι εξελίξεις αυτές δημιουργούν ένα σύνθετο περιβάλλον. Η εξάρτηση από τις εισαγωγές ενέργειας καθιστά τη χώρα ιδιαίτερα ευαίσθητη σε αυξήσεις των διεθνών τιμών. Παράλληλα, ο τουρισμός, βασικός πυλώνας της οικονομίας, επηρεάζεται άμεσα από το κλίμα αβεβαιότητας. Μια παρατεταμένη γεωπολιτική ένταση μπορεί να περιορίσει τις ταξιδιωτικές ροές ή να μεταβάλει τις προτιμήσεις των επισκεπτών, επηρεάζοντας τα έσοδα.

Ωστόσο, υπάρχουν και στοιχεία ανθεκτικότητας. Τα τελευταία χρόνια η Ελλάδα έχει κάνει βήματα προς τη διαφοροποίηση των ενεργειακών της πηγών, επενδύοντας σε ανανεώσιμες μορφές ενέργειας και υποδομές υγροποιημένου φυσικού αερίου. Αυτές οι εξελίξεις, αν και δεν εξαλείφουν τον κίνδυνο, συμβάλλουν στη μείωση της εξάρτησης από ασταθείς περιοχές. Επιπλέον, η βελτίωση της δημοσιονομικής κατάστασης προσφέρει ένα περιορισμένο αλλά υπαρκτό περιθώριο αντίδρασης.

Ανάλογες προκλήσεις αντιμετωπίζει και η Κύπρος. Ως νησιωτική οικονομία με έντονη εξάρτηση από τις εισαγωγές και τον τουρισμό, η χώρα είναι ιδιαίτερα ευάλωτη σε εξωτερικά σοκ. Η αύξηση του κόστους ενέργειας επηρεάζει όχι μόνο τα νοικοκυριά αλλά και την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων. Παράλληλα, η γεωγραφική εγγύτητα με τη Μέση Ανατολή ενδέχεται να επηρεάσει την αντίληψη ασφάλειας των τουριστών, ακόμη και αν η ίδια η Κύπρος παραμένει σταθερή.

Εντούτοις, η κυπριακή οικονομία διαθέτει ορισμένα συγκριτικά πλεονεκτήματα. Ο τομέας των υπηρεσιών, ιδιαίτερα οι χρηματοοικονομικές και επαγγελματικές υπηρεσίες, παρέχει μια σχετική σταθερότητα. Επιπλέον, οι προοπτικές εκμετάλλευσης ενεργειακών πόρων στην Ανατολική Μεσόγειο δημιουργούν μια μεσοπρόθεσμη ευκαιρία για ενίσχυση της ενεργειακής ασφάλειας και των δημοσίων εσόδων.

Το βασικό συμπέρασμα που προκύπτει από τις εκτιμήσεις των οικονομολόγων είναι ότι οι σύγχρονες οικονομίες έχουν αποκτήσει μεγαλύτερη ανθεκτικότητα σε σχέση με το παρελθόν, χωρίς όμως να είναι άτρωτες. Η διαφοροποίηση των ενεργειακών πηγών, η ενίσχυση των εγχώριων παραγωγικών δυνατοτήτων και η βελτίωση της δημοσιονομικής διαχείρισης αποτελούν κρίσιμους παράγοντες περιορισμού των επιπτώσεων.

Για την Ελλάδα και την Κύπρο, η πρόκληση είναι διπλή: αφενός να διαχειριστούν τις άμεσες συνέπειες μιας πιθανής κρίσης, και αφετέρου να επιταχύνουν τις διαρθρωτικές αλλαγές που θα ενισχύσουν την ανθεκτικότητά τους στο μέλλον. Η ενεργειακή μετάβαση, η ενίσχυση της αγροτικής παραγωγής και η περαιτέρω διαφοροποίηση των οικονομιών τους δεν αποτελούν απλώς στρατηγικές επιλογές, αλλά αναγκαιότητες.

Σε έναν κόσμο όπου οι γεωπολιτικές εντάσεις φαίνεται να αποτελούν τη νέα κανονικότητα, η οικονομική πολιτική δεν μπορεί να περιορίζεται στη διαχείριση της καθημερινότητας. Αντίθετα, απαιτείται μακροπρόθεσμος σχεδιασμός και προνοητικότητα. Διότι, όπως δείχνει και η παρούσα συγκυρία, οι κρίσεις μπορεί να μην είναι καταστροφικές, αλλά αφήνουν πάντα το αποτύπωμά τους, και αυτό το αποτύπωμα είναι που καλούνται να περιορίσουν οι οικονομίες της Ελλάδας και της Κύπρου.

* Καθηγητής Μακροοικονομετρίας και Χρηματοοικονομικών και Προέδρος του Τμήματος Οικονομικών και Διοίκησης του Πανεπιστήμιου Νεάπολις Πάφος