Να κάτι στο οποίο Δημοκρατικοί και Ρεπουμπλικάνοι θα έπρεπε να μπορούν να συμφωνήσουν: Όταν οι Αμερικανοί που υπηρετούν στον στρατό προσπαθούν να προστατεύσουν τη χώρα μας και ο ένας τον άλλον, δεν θα πρέπει να στραγγαλίζονται από τη γραφειοκρατία που τους εμποδίζει να επιδιορθώνουν χαλασμένα όπλα και εργαλεία. Και όμως, αυτός ακριβώς είναι ο κίνδυνος που αντιμετωπίζουν σήμερα.

Αν αύριο ξεσπούσε πόλεμος, τα αμερικανικά στρατεύματα μπορεί να δυσκολευτούν να επισκευάσουν και να συντηρήσουν τα μέσα που χρειάζονται για να υπερασπιστούν τους εαυτούς τους και να νικήσουν τον εχθρό – όχι επειδή δεν είναι σε θέση να κάνουν αυτές τις επισκευές ή να προσλάβουν κάποιον τρίτο που μπορεί, αλλά επειδή τους απαγορεύεται να το κάνουν.

Επί του παρόντος, πολλές συμβάσεις του Υπουργείου Άμυνας επιφυλάσσουν το έργο των επισκευών σε προσωπικό εξουσιοδοτημένο από τον κατασκευαστή. Τέτοιοι περιορισμοί μπορεί να ισχύουν για τα πάντα, από εφεδρικές γεννήτριες μέχρι μαχητικά αεροσκάφη F-35. Ελλείψει πρόσβασης στα απαραίτητα δεδομένα, εργαλεία, ανταλλακτικά και εκπαίδευση, οι στρατιώτες στο πεδίο πρέπει είτε να στείλουν τον χαλασμένο εξοπλισμό πίσω στην πατρίδα, είτε να στείλουν με αεροπλάνο εργολάβους που σχετίζονται με τους κατασκευαστές – αυξάνοντας το κόστος και επιβάλλοντας δυνητικά επικίνδυνες καθυστερήσεις.

Είτε το πιστεύετε είτε όχι, στα μέλη του στρατού έχει πράγματι ειπωθεί ότι δεν μπορούν να συναρμολογήσουν ανταλλακτικά ή να κάνουν τις δικές τους επισκευές. Αυτό έρχεται σε αντίθεση με ένα από τα πιο σημαντικά μας πλεονεκτήματα: την αμερικανική εφευρετικότητα.

Η Αμερική είναι μια χώρα “fixers”. Όταν κάτι χαλάει, σηκώνουμε τα μανίκια, ανακαλύπτουμε το πρόβλημα και στρωνόμαστε στη δουλειά για να το διορθώσουμε. Και αν συναντήσουμε κάποιο εμπόδιο, βρίσκουμε το συντομότερο δυνατό κάποιον να βοηθήσει. Αυτό είναι μέρος της ψυχής και του χαρακτήρα μας – και όμως, οι άνθρωποι από τους οποίους ζητάμε να μας προστατεύσουν και να μας υπερασπιστούν, στερούνται του δικαιώματος να το κάνουν.

Οι στρατιώτες αναφέρουν ότι έπρεπε να στείλουν δυσλειτουργικά μη επανδρωμένα αεροσκάφη που θα μπορούσαν να επιδιορθωθούν με λίγη κόλλα πίσω στον κατασκευαστή, με κόστος 26.000 δολάρια το καθένα. Μια έρευνα του Πενταγώνου πέρυσι αποκάλυψε ότι η Πολεμική Αεροπορία είχε δεχθεί προσαύξηση 7.943% σε ανταλλακτικά δοχείου σαπουνιού χεριών για τα μεταγωγικά αεροπλάνα Boeing C-17. Σε πρόσφατη επίσκεψή του στο αεροπλανοφόρο USS Gerald R. Ford, ο υπουργός Ναυτικού Τζον Φέλαν βρήκε έξι από τους οκτώ φούρνους, που όλοι μαζί προορίζονταν να παράγουν πάνω από 15.000 γεύματα την ημέρα, εκτός λειτουργίας, εν αναμονή εγκεκριμένης από τον κατασκευαστή επισκευής. Πρόκειται για κυβερνητική γραφειοκρατία στην πιο απογοητευτική της μορφή – και υπερβολικά ακριβή, επίσης.

Το Γραφείο Κυβερνητικής Λογοδοσίας [σσ. εποπτική υπηρεσία για τις δαπάνες] έχει υπολογίσει ότι περίπου το 70% του συνολικού κόστους του κύκλου ζωής των οπλικών συστημάτων πηγαίνει στη λειτουργία και τη συντήρηση. Αυτός είναι ένας λόγος για τον οποίο συνέστησε στον στρατό να αναλάβει περισσότερες δραστηριότητες συντήρησης για το πρόγραμμα F-35 αξίας 1,7 τρισεκατομμυρίων δολαρίων. Ανάλογα με το πού βρίσκονται, οι εργολάβοι που συνδέονται με τους κατασκευαστές είναι συχνά πιο ακριβοί από τους υπαλλήλους του Πενταγώνου.

Αλλά δεν έχει να κάνει μόνο με το κόστος. Έχει να κάνει και με την ετοιμότητα μάχης. Επί του παρόντος, υπάρχουν μεγάλες καθυστερήσεις συντήρησης που βλάπτουν την ετοιμότητά μας – και αυτό εν καιρώ ειρήνης. Φανταστείτε μόνο να ξεσπάσει πόλεμος. Το διακύβευμα θα είναι ακόμη υψηλότερο. Εν μέσω μαχών, τα στρατεύματα δεν θα μπορούν να στείλουν τον χαλασμένο εξοπλισμό πίσω στις ΗΠΑ ή ακόμη και σε μεγάλες βάσεις στην περιοχή (οι περισσότερες από τις οποίες θα είναι άμεσοι στόχοι). Τα στρατεύματα που απαγορεύεται να κάνουν συντήρηση και επισκευές σε καιρό ειρήνης, και δεν έχουν τις απαραίτητες προδιαγραφές και εργαλεία, θα δυσκολευτούν να το κάνουν ενώ δέχονται πυρά.

Η υπερβολική εξάρτηση από τους κατασκευαστές δημιουργεί απαράδεκτους κινδύνους, και το πρόβλημα έχει αυξηθεί από τη δεκαετία του 1990, καθώς η ενοποίηση της βιομηχανίας έχει ενισχύσει την επιρροή των μεγάλων αμυντικών εταιρειών. Φυσικά, οι εταιρείες έχουν έννομο συμφέρον να προστατεύουν την πνευματική τους ιδιοκτησία, αλλά έχουν επίσης την ευθύνη να μην παρεμποδίζουν τους ίδιους τους ανθρώπους που υποτίθεται ότι υποστηρίζουν. Επιπλέον, ο ανταγωνισμός είναι υγιής. Το να επιτραπεί στον στρατό να επιδιώξει τις ταχύτερες, φθηνότερες και καλύτερες δυνατές λύσεις -είτε πρόκειται για τη χρήση δικού του προσωπικού είτε εξωτερικών προμηθευτών- θα ενθαρρύνει τη μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα.

Ως πρώην πρόεδρος του Συμβουλίου Αμυντικής Καινοτομίας, αυτό ήταν ένα θέμα που εξετάσαμε και αναδείξαμε. Τα καλά νέα είναι ότι: Ο Υπουργός Άμυνας Πιτ Χέγκσεθ αναγνωρίζει το πρόβλημα και έχει αρχίσει να το αντιμετωπίζει. Τον Απρίλιο, έδωσε εντολή στον στρατό να επιβάλει ρήτρες δικαιώματος επισκευής σε όλες τις νέες συμβάσεις και να επιδιώξει να τις ενσωματώσει στις παλιές. Οι επικεφαλής των άλλων υπηρεσιών δήλωσαν ότι υποστηρίζουν επίσης την αντιμετώπιση του ζητήματος – και το Κογκρέσο μπορεί να βοηθήσει.

Ένα προσχέδιο νόμου της Γερουσίας για την εθνική άμυνα για το 2026 απαιτεί από τους κατασκευαστές να παρέχουν οδηγίες για τη συντήρηση του εξοπλισμού. Στην πραγματικότητα, οι εταιρείες θα πρέπει να επιτρέψουν την πρόσβαση στα ίδια εγχειρίδια, διαδικασίες, εργαλεία και εξοπλισμό που χρησιμοποιούν οι ίδιες ή προσφέρουν σε εξουσιοδοτημένους παρόχους υπηρεσιών, είτε ως μέρος της αρχικής σύμβασης είτε ως επιλογή στη διαπραγμάτευση της τιμής. Σε περίπτωση πολέμου και προετοιμασίας για μάχη, ο στρατός θα έχει την εξουσία και την ευελιξία να προβαίνει σε επισκευές κατά την κρίση του.

Η νομική κατοχύρωσή του χρήζει διακομματικής υποστήριξης. Θα επεκτείνει τη νέα πολιτική του στρατού σε όλες τις υπηρεσίες και θα καταστήσει δυσκολότερο για τα λόμπι της βιομηχανίας να το ανατρέψουν στο μέλλον. Θα έδινε στον στρατό περισσότερες επιλογές -συμπεριλαμβανομένης της συνέχισης της εκτέλεσης πολύπλοκων επισκευών από εργολάβους ανάλογα με τις ανάγκες- θα αύξανε τη διαφάνεια και την ανθεκτικότητα και θα μείωνε το κόστος.
Όσο πιο γρήγορα συμβεί, τόσο το καλύτερο.

Απόδοση – Επιμέλεια: Λυδία Ρουμποπούλου

BloombergOpinion