Της συντακτικής ομάδας του Bloomberg
Οι ΗΠΑ και το Ιράν οδεύουν ολοταχώς προς μια σύγκρουση που καμία από τις δύο πλευρές δεν επιθυμεί φαινομενικά, αλλά αμφότερες φαίνεται να μην μπορούν να αποφύγουν. Οι δύο μακροχρόνιοι αντίπαλοι οφείλουν να κάνουν μια παύση και να σκεφτούν προσεκτικά πού βρίσκονται τα πραγματικά τους συμφέροντα.
Έπειτα από εβδομάδες έντονης συγκέντρωσης δυνάμεων στην περιοχή, δύο αεροπλανοφόρα των ΗΠΑ και σμήνη προηγμένων μαχητικών και βομβαρδιστικών αεροσκαφών είναι πλέον έτοιμα να εξαπολύσουν μαζικές αεροπορικές και πυραυλικές επιθέσεις κατά της Ισλαμικής Δημοκρατίας. Θεωρητικά, οι δύο πλευρές διαπραγματεύονται μια συμφωνία για την ικανοποίηση των απαιτήσεων των ΗΠΑ, οι οποίες πιθανότατα κοινοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια των πρόσφατων συνομιλιών στη Γενεύη. Ωστόσο, μια στρατιωτική ανάπτυξη τέτοιου μεγέθους έχει τη δική της δυναμική. Ο πρόεδρος έχει ήδη προειδοποιήσει ότι ενδέχεται να διατάξει ένα πιο στοχευμένο πλήγμα ενώ οι διαπραγματεύσεις βρίσκονται σε εξέλιξη, προκειμένου να δείξει τη σοβαρότητα των προθέσεών του. Εάν το Ιράν προσπαθήσει να κερδίσει χρόνο ή αρνηθεί να ικανοποιήσει τις κόκκινες γραμμές των ΗΠΑ, όπως φαίνεται πιθανό, ο πρόεδρος θα βρεθεί αντιμέτωπος με τεράστια πίεση να εξαπολύσει μια πιο εκτεταμένη επίθεση προκειμένου να διατηρήσει την αξιοπιστία των ΗΠΑ.

Ωστόσο, ο Λευκός Οίκος ενδέχεται να έχει αγγίξει στα όρια της “διπλωματίας των κανονιοφόρων”. Σε αυτό το σημείο, μια περιορισμένη αρχική επίθεση είναι πιο πιθανό να πείσει το καθεστώς ότι πρέπει να απαντήσει σκληρά για να αποκαταστήσει την αποτρεπτική του δύναμη, παρά να συμβιβαστεί. Μια ευρύτερη εκστρατεία θα μπορούσε να καταστρέψει ό,τι έχει απομείνει από τις πυρηνικές εγκαταστάσεις του Ιράν και τις υποδομές κατασκευής και εκτόξευσης βαλλιστικών πυραύλων, και ίσως ακόμη και να εξοντώσει κορυφαία στελέχη του καθεστώτος. Υπάρχουν όμως ελάχιστα στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι οι αεροπορικές επιθέσεις από μόνες τους θα ανατρέψουν την κυβέρνηση ή ότι αυτό που θα ακολουθήσει θα είναι καλύτερο. Τα ιρανικά αντίποινα θα έπλητταν αναπόφευκτα τις αμερικανικές δυνάμεις και τους συμμάχους τους στην περιοχή, ιδίως το Ισραήλ. Και, με την πάροδο του χρόνου, ένα ακόμη πιο παρανοϊκό και επιθετικό καθεστώς θα ξαναχτίσει το οπλοστάσιό του.
Αξίζει να αναγνωρίσουμε στην κυβέρνηση την επιδίωξη της διπλωματίας. Ωστόσο, οι απαιτήσεις της πρέπει να είναι σαφείς και ρεαλιστικές – για να μην αναφέρουμε ότι πρέπει να κοινοποιηθούν στο Κογκρέσο και στον αμερικανικό λαό πριν από την αποστολή αμερικανικών στρατευμάτων στη μάχη. Εάν, όπως υποδηλώνουν τα σχόλια του προέδρου, η προτεραιότητα είναι να περιοριστούν οι δυνατότητες του Ιράν να αποκτήσει πυρηνικά όπλα, ορισμένες προϋποθέσεις θα είναι κρίσιμες: όχι προηγμένες μηχανές φυγοκέντρησης σε ιρανικό έδαφος, απεριόριστη πρόσβαση για τους διεθνείς επιθεωρητές και πλήρης καταγραφή και απόρριψη των περίπου 440 κιλών υψηλά εμπλουτισμένου ουρανίου που υποτίθεται ότι θάφτηκαν από τις αμερικανικές και ισραηλινές επιθέσεις πέρυσι.
Εάν το Ιράν συνεχίσει να επιμένει ότι βαλλιστικοί του πύραυλοι και η υποστήριξή του σε πληρεξουσίους όπως η Χεζμπολάχ και οι Χούθι είναι θέματα που μπορούν να συζητηθούν μόνο με τους Άραβες γείτονές του, θα πρέπει να του υπενθυμίσουν ότι οι μη πυρηνικές κυρώσεις δεν θα αρθούν μέχρι να επιλυθούν αυτά τα ζητήματα. Το καθεστώς θα πρέπει να δείξει μεγαλύτερη ευελιξία εάν θέλει να έχει οποιαδήποτε ελπίδα να αναζωογονήσει μια οικονομία που παραπαίει, η οποία αποτέλεσε και τη σπίθα για τις εκτεταμένες διαμαρτυρίες στις αρχές του έτους.
Είτε από υπερηφάνεια, ιδεολογικό ζήλο ή ένστικτο για παζάρια ακόμη και για το παραμικρό πλεονέκτημα, οι Ιρανοί ηγέτες θα μπουν στον πειρασμό να καθυστερήσουν – να παρατείνουν τις διαπραγματεύσεις, να ξεγελάσουν τις ΗΠΑ με εντυπωσιακές υποσχέσεις και να προσπαθήσουν να παγιδεύσουν τους Αμερικανούς ομολόγους τους με εξαιρετικά τεχνικές λεπτομέρειες. Θα είναι επίσης απρόθυμοι να προσφέρουν ουσιαστικές παραχωρήσεις, φοβούμενοι ότι η παρούσα ή οι μελλοντικές κυβερνήσεις θα επαναφέρουν τις κυρώσεις αργότερα.
Παρόλα αυτά, θα πρέπει να λάβουν υπόψη το κόστος της επανάληψης αυτού του γνώριμου μοτίβου. Αν και το Ιράν μπορεί να προκαλέσει πόνο στις ΗΠΑ και το Ισραήλ, θα πληρώσει το υψηλότερο τίμημα αν οι εχθροπραξίες κλιμακωθούν. Στην καλύτερη περίπτωση, θα βγει σοβαρά αποδυναμωμένο και απομονωμένο, και ακόμη πιο ευάλωτο σε μελλοντικές επιθέσεις. Αν το καθεστώς επιβιώσει, οι αξιωματούχοι θα πρέπει να εξηγήσουν σε έναν οργισμένο λαό γιατί επέλεξαν να αγωνιστούν για το δικαίωμα να επενδύσουν δισεκατομμύρια σε ένα εγχώριο πρόγραμμα εμπλουτισμού που δεν παράγει πυρηνική ενέργεια και σε Άραβες πληρεξούσιους που συνετρίβησαν εύκολα από το Ισραήλ, αντί να επενδύσουν στους περίπου 90 εκατομμύρια πολίτες τους.
Πριν από την απροκάλυπτη σφαγή χιλιάδων διαδηλωτών τον περασμένο μήνα, οι ηγέτες του Ιράν είχαν απορρίψει τη μία ευκαιρία μετά την άλλη για να βελτιώσουν τη ζωή του λαού τους. Αν το ξανακάνουν, θα είναι οι μόνοι υπεύθυνοι για τις συνέπειες.
Απόδοση – Επιμέλεια: Λυδία Ρουμποπούλου