Του Lionel Laurent
Για τους Ευρωπαίους συμμάχους των ΗΠΑ, ο πόλεμος στο Ιράν ξεκίνησε ως καμπανάκι και γεωπολιτική δοκιμασία για κυβερνήσεις που, όπως είναι φυσικό, δίσταζαν να εμπλακούν σε ένα χάος που δεν ζήτησαν ποτέ. Τώρα μετατρέπεται σε ενεργειακό σοκ, που θυμίζει τον πόλεμο στην Ουκρανία το 2022, και οι επιπτώσεις του είναι αδύνατο να αποφευχθούν.
Ενώ λίγοι μπορούν πραγματικά να προβλέψουν τη διάρκεια και την ένταση της σύγκρουσης – μεταξύ των οποίων και ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ – η οικονομική ανάπτυξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης δείχνει πτωτικές τάσεις, ο πληθωρισμός αυξάνεται και ο ανταγωνισμός για την ενέργεια εντείνεται. Η υπόσχεση της ΕΕ για ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας ακούγεται κούφια.
Το ουσιαστικό κλείσιμο του Στενού του Ορμούζ από το Ιράν ανέδειξε την ανησυχητική στρατηγική εφησυχασμό των ΗΠΑ, αλλά ο μεγαλύτερος αντίκτυπος γίνεται αισθητός αλλού. Οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις και οι καταναλωτές βασίζονται στο φυσικό αέριο, και το 20% του παγκόσμιου εφοδιασμού συνήθως διέρχεται από το στενό αυτό πέρασμα.
Εξίσου ανησυχητικά ήταν τα αντίποινα που εξαπέλυσε την περασμένη εβδομάδα η Τεχεράνη εναντίον των εγκαταστάσεων του Ρας Λαφάν στο Κατάρ, το οποίο καλύπτει περίπου το ένα πέμπτο των αναγκών της χώρας σε υγροποιημένο φυσικό αέριο (LNG). Οι ηγέτες της ΕΕ στρέφονται προς την Αλγερία για να εξασφαλίσουν εναλλακτικές πηγές και ανακοινώνουν πακέτα στήριξης των καταναλωτών ύψους πολλών δισεκατομμυρίων ευρώ στις χώρες τους. Όλα αυτά θυμίζουν την κατάσταση που επικράτησε στον ενεργειακό κλάδο της ΕΕ όταν η Ρωσία εισέβαλε στην Ουκρανία πριν από τέσσερα χρόνια.
Υπάρχουν, φυσικά, κάποιες διαφορές. Οι ευρωπαϊκές τιμές του φυσικού αερίου έχουν εκτοξευθεί τις τελευταίες εβδομάδες, αλλά παραμένουν χαμηλότερες από ό,τι ήταν το 2022. Η Γηραιά Ήπειρος δεν εξαρτάται τόσο από το φυσικό αέριο της Μέσης Ανατολής όσο εξαρτιόταν από αυτό της Ρωσίας. Μεγάλο μέρος της Ασίας βρίσκεται αναμφισβήτητα σε πιο δύσκολη θέση. Και υπάρχει επίσης η σιωπηρή ελπίδα ότι αυτός ο πόλεμος θα είναι πολύ πιο σύντομος από αυτόν στην Ουκρανία.

Ωστόσο, η ευρωπαϊκή οικονομία είναι πιο αδύναμη από ό,τι το 2022, με τα δημοσιονομικά των κύριων χωρών, όπως η Γαλλία, να είναι ευάλωτα ακόμη και πριν από το ενεργειακό σοκ του Φεβρουαρίου. Οι αποδόσεις των κρατικών ομολόγων σημειώνουν ραγδαία άνοδο στην ΕΕ (και στη Βρετανία) εν αναμονή μιας επιστροφής του πληθωρισμού και άρα της αναγκαστικής αύξησης των επιτοκίων από τις κεντρικές τράπεζες.
Και καθώς η ΕΕ εισέρχεται στην άνοιξη, τα αποθέματα φυσικού αερίου της έχουν εξαντληθεί λόγω ενός σκληρού χειμώνα και μιας λιγότερο αυστηρής πολιτικής όσον αφορά τη διατήρησή τους σε υψηλά επίπεδα. Όσο περισσότερο διαρκεί η σύγκρουση με το Ιράν, τόσο υψηλότερο είναι το κόστος για τις ακριβότερες εισαγωγές ενέργειας στην Ευρώπη, το οποίο πριν από μία εβδομάδα εκτιμήθηκε στα 6 δισ. ευρώ – και τόσο ο πληθωρισμός και οι προσδοκίες για τα επιτόκια θα πιέσουν προς τα κάτω τις τιμές των περιουσιακών στοιχείων και θα επιβαρύνουν τους καταναλωτές.
Αυτό θα επηρεάσει συνεπώς τις προοπτικές ανάπτυξης. Ο δείκτης του Bloomberg Economics για τη μέση πρόβλεψη της ανάπτυξης στην ευρωζώνη το πρώτο τρίμηνο καταρρέει κυριολεκτικά. Αν και έχω ακούσει μια σειρά σεναρίων για το πώς θα τελειώσει αυτή η σύγκρουση από επενδυτές και τραπεζίτες – από μια γρήγορη επίλυση καθώς ο Τραμπ υποκύπτει στις χρηματοπιστωτικές αγορές, έως μια μακρά και χαοτική σύγκρουση που εμπλέκει τους πληρεξούσιους του Ιράν – φαίνεται ασφαλές μέχρι στιγμής να υποθέσουμε ότι ο ευρωπαϊκός πληθωρισμός θα αυξηθεί από περίπου 2% σε 3%, ενώ η ανάπτυξη θα πέσει από περίπου 1% στο 0%.
Εάν οι προμήθειες από το Κατάρ διακοπούν μακροπρόθεσμα και η Ευρώπη, που αποφεύγει τον πόλεμο, τιμωρηθεί με την απώλεια προνομιακής πρόσβασης στο αμερικανικό φυσικό αέριο, οι τιμές και η ζήτηση θα πρέπει να προσαρμοστούν. “Ακόμη και σε ένα πολύ αισιόδοξο σενάριο, όπου οι εχθροπραξίες θα σταματήσουν μέσα σε λίγες ημέρες, θα εξακολουθήσει να υπάρχει παρατεταμένη διακοπή στις ροές LNG”, λέει ο Φουκ-Βιν Νγκουγιέν, ειδικός σε θέματα ενέργειας στο Ινστιτούτο Ζακ Ντελόρ στο Παρίσι. “Η Ευρώπη θα βρεθεί αντιμέτωπη με σκληρό ανταγωνισμό από χώρες όπως η Ιαπωνία, η Νότια Κορέα και η Κίνα για τις προμήθειες”.

Το μεγάλο ερώτημα είναι πώς θα αντιδράσουν οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής – και σε ποιο βαθμό έχουν αντλήσει διδάγματα από το 2022. Ιδανικά, οι κεντρικές τράπεζες και οι κυβερνήσεις θα έπρεπε να κινούνται προς την ίδια κατεύθυνση: να αποφύγουν έναν επιθετικό κύκλο αυξήσεων των επιτοκίων που θα έπληττε μόνο την ανάπτυξη και να επικεντρωθούν σε μακροπρόθεσμες επενδύσεις για την απεξάρτηση της ΕΕ από τα ορυκτά καύσιμα. “Οποιαδήποτε δημοσιονομική αντίδραση στο σοκ των τιμών της ενέργειας θα πρέπει να είναι προσωρινή, στοχευμένη και προσαρμοσμένη”, δήλωσε την περασμένη εβδομάδα η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, Κριστίν Λαγκάρντ.
Η πραγματικότητα μπορεί να είναι όμως διαφορετική. Οι επενδυτές προεξοφλούν πολλαπλές αυξήσεις επιτοκίων φέτος από τους κεντρικούς τραπεζίτες, οι οποίοι ανησυχούν για την ανεξαρτησία τους και δεν επιθυμούν να επαναλάβουν το λάθος να υποτιμήσουν τον πληθωρισμό ως κάτι παροδικό, όπως έγινε μετά την πανδημία. Ταυτόχρονα, οι πολιτικοί ενδέχεται να δυσκολευτούν να μην υπερβούν τα όρια στην κρατική ενίσχυση για την αντιμετώπιση των υψηλών λογαριασμών ενέργειας, φοβούμενοι ότι η αύξηση του κόστους ζωής μπορεί να οδηγήσει τους ψηφοφόρους στην αγκαλιά των λαϊκιστών.
Μακροπρόθεσμα, είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς ένα τέλος στην έκθεση της Ευρώπης στις στρατιωτικές “τρέλες” της Αμερικής, εκτός από μια αποφασιστική στροφή προς την ενεργειακή ανεξαρτησία. Είναι ο “μόνος τρόπος για να είμαστε ασφαλείς”, όπως δήλωσε την περασμένη εβδομάδα ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, Αντόνιο Κόστα. Οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και η πυρηνική ενέργεια, με την Ισπανία και τη Γαλλία ως πρότυπα, αναδεικνύονται ως οι προφανείς δρόμοι για την εγκατάλειψη των ορυκτών καυσίμων. Η Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, λέει ότι η απομάκρυνση της Ευρώπης από την πυρηνική ενέργεια ήταν “στρατηγικό λάθος”. Η πατρίδα της, η Γερμανία, ήταν αυτή που έκανε το μεγαλύτερο λάθος.
Ωστόσο, όλα αυτά απαιτούν ηγεσία, θάρρος, χρόνο και χρήμα. Μια πηγή ελπίδας είναι η άνοδος στις εγχώριες δημοσκοπήσεις για τους πολιτικούς που απέρριψαν τις συνήθεις τακτικές εκφοβισμού του Τραμπ για να συμμετάσχουν στον πόλεμό του. Έχοντας επίγνωση της σύνδεσης μεταξύ ενέργειας και ασφάλειας, ο Εμανουέλ Μακρόν της Γαλλίας πιέζει για τη δημιουργία μιας συμμαχίας για την ασφάλεια του Στενού του Ορμούζ μόλις επιτευχθεί κατάπαυση του πυρός. Αλλά, στο τέλος, αυτό εξαρτάται από έναν αναξιόπιστο σύμμαχο, τις ΗΠΑ.
Η Κίνα, εν τω μεταξύ, φαίνεται ότι μπορεί να περιμένει για την κατάλληλη στιγμή, χάρη στα άφθονα ενεργειακά της αποθέματα και στο προβάδισμα της στον τομέα των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Πράγματι, οι Βρυξέλλες πρέπει να προσέξουν να μην ανταλλάξουν τη μία ενεργειακή εξάρτηση με μια άλλη, καθώς εξετάζουν πράσινες τεχνολογίες στις οποίες κυριαρχεί το Πεκίνο. Από όλα τα ελλείμματα που παρατηρούνται σήμερα στην Ευρώπη, ίσως το μεγαλύτερο είναι η αδυναμία της να χαράξει τη δική της πορεία.