Ένα ασυνήθιστο γεγονός σημειώθηκε όταν ο Ντόναλντ Τραμπ απαίτησε από τους συμμάχους των ΗΠΑ να συμβάλουν στον τερματισμό του πολέμου που ο ίδιος ξεκίνησε εναντίον του Ιράν: εκείνοι απάντησαν με ένα σαφές “όχι”.
Ήταν εμφανές ήδη λίγες ημέρες μετά την έναρξη των αμερικανικών και ισραηλινών επιθέσεων τον Φεβρουάριο ότι η επιχείρηση Epic Fury δεν θα εξελισσόταν σε μια γρήγορη και εύκολη νίκη, όπως είχε εκτιμήσει ο Αμερικανός πρόεδρος. Το καθεστώς στην Τεχεράνη δεν κατέρρευσε, παρά τους σφοδρούς βομβαρδισμούς και τη στοχευμένη δολοφονία του ανώτατου ηγέτη του. Αντιθέτως, το Ιράν αντέδρασε εξαπολύοντας πυραύλους και περιορίζοντας τη διέλευση από τα Στενά του Ορμούζ, κρίσιμο θαλάσσιο διάδρομο για τη μεταφορά πετρελαίου, φυσικού αερίου, λιπασμάτων και άλλων βασικών αγαθών.
Καθώς οι διεθνείς αγορές κλυδωνίζονταν και η ήδη ασθενής δημόσια υποστήριξη στις ΗΠΑ μειωνόταν περαιτέρω, ο Τραμπ κάλεσε άλλες χώρες να αποστείλουν πολεμικά πλοία για τη διασφάλιση της ναυσιπλοΐας στην περιοχή. Μέσω αλλεπάλληλων αναρτήσεων, υπαινίχθηκε ότι θα μπορούσε να αποχωρήσει από το ΝΑΤΟ, εάν οι σύμμαχοι δεν συμμορφώνονταν. Ωστόσο, σε αντίθεση με προηγούμενες περιπτώσεις, κατά τις οποίες Ευρωπαίοι ηγέτες επιχειρούσαν να αποφύγουν τη σύγκρουση μαζί του, οι αντιδράσεις ήταν άμεσες και κατηγορηματικές.
Ο καγκελάριος της Γερμανίας Φρίντριχ Μερτς δήλωσε ότι ο πόλεμος “δεν αποτελεί ζήτημα του ΝΑΤΟ”, ενώ η επικεφαλής της ευρωπαϊκής διπλωματίας Κάγια Κάλας ξεκαθάρισε ότι “κανείς δεν είναι πρόθυμος να θέσει σε κίνδυνο ζωές στα Στενά του Ορμούζ”. Ακόμη πιο αιχμηρός εμφανίστηκε ο πρωθυπουργός της Ισπανίας Πέδρο Σάντσεθ, χαρακτηρίζοντας την επίθεση κατά του Ιράν ως “παράνομο, παράλογο και σκληρό πόλεμο”.
Ακόμη και ο πρωθυπουργός της Βρετανίας Κιρ Στάρμερ, ο οποίος είχε επιδιώξει να διατηρήσει τη λεγόμενη “ειδική σχέση” του Ηνωμένου Βασιλείου με τις ΗΠΑ, χάραξε σαφή γραμμή: “Αυτός δεν είναι δικός μας πόλεμος και δεν πρόκειται να παρασυρθούμε σε αυτόν”, δήλωσε, υιοθετώντας μια φράση που γρήγορα διαδόθηκε σε όλη την Ευρώπη.
Η εύθραυστη συμφωνία κατάπαυσης του πυρός ανέδειξε την απομόνωση του προέδρου των ΗΠΑ ακόμη και από τους πιο σταθερούς συμμάχους του, καθώς και τη μειωμένη ικανότητά του να επιβάλλει τη βούλησή του. Η παύση των εχθροπραξιών για τουλάχιστον δύο εβδομάδες δεν προέκυψε από διπλωματικές πρωτοβουλίες ευρωπαϊκών δυνάμεων, αλλά από παρέμβαση του Πακιστάν, μιας χώρας της οποίας τους πολίτες ο Τραμπ έχει αποκλείσει από τη μετανάστευση στις ΗΠΑ.
Κίνδυνοι
Κεντρικό παράπονο στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες αποτέλεσε το γεγονός ότι ο Τραμπ διατήρησε τους συμμάχους του στο σκοτάδι σχετικά με τα πολεμικά του σχέδια. Οι χώρες του ΝΑΤΟ δεν ήταν διατεθειμένες να αναλάβουν την ευθύνη για την έξοδο από μια σύγκρουση στον σχεδιασμό της οποίας δεν είχαν συμμετάσχει. Το ερώτημα που κυριάρχησε ήταν σαφές: γιατί να ακολουθήσουν μια πολιτική για την οποία δεν είχαν καν ενημερωθεί;
Εάν την γνώριζαν εγκαίρως, οι Ευρωπαίοι ηγέτες θα μπορούσαν να απαριθμήσουν πολλούς λόγους για τους οποίους θεωρούσαν την έναρξη πολέμου με το Ιράν λανθασμένη επιλογή. Οι ΗΠΑ και το Ισραήλ δεν παρουσίασαν αποδείξεις ότι το ιρανικό καθεστώς βρισκόταν κοντά στην ανάπτυξη πυρηνικού όπλου ή ότι αποτελούσε άμεση απειλή, ενώ δεν υπήρξε καν σαφής αιτιολόγηση για την έναρξη των εχθροπραξιών. Επιπλέον, ήταν ευρέως προβλέψιμο ότι το Ιράν θα επιχειρούσε να αποκλείσει τα Στενά του Ορμούζ, εξέλιξη που θα ήταν εξαιρετικά δύσκολο να αντιμετωπιστεί από τις ΗΠΑ και τους συμμάχους τους.
Η αντιμετώπιση της διόλου αμελητέας ιρανικής στρατιωτικής ισχύος θα επιβάρυνε σημαντικά τους ευρωπαϊκούς αμυντικούς προϋπολογισμούς και θα αποσπούσε κρίσιμους πόρους από την Ουκρανία, η οποία εξακολουθεί να χρειάζεται στήριξη απέναντι στη Ρωσία. Για πολλές χώρες του ΝΑΤΟ, η σύγκρουση στην Ουκρανία αποτελεί προτεραιότητα και δεν ήταν διατεθειμένες να εξαντλήσουν τα διαθέσιμα μέσα τους σε έναν πόλεμο που δεν θεωρούν δικό τους.
Στο εσωτερικό των ευρωπαϊκών κρατών, οι πολιτικές ηγεσίες δεν είχαν τίποτα να κερδίσουν, ενώ είχαν πολλά να χάσουν από μια συμμετοχή στον πόλεμο. Η κοινή γνώμη είναι σε μεγάλο βαθμό αντίθετη και οποιαδήποτε υποστήριξη προς τις αμερικανικές επιχειρήσεις θα μπορούσε να αποδειχθεί πολιτικά επικίνδυνη, θέτοντας σε κίνδυνο ακόμη και την ίδια την πολιτική επιβίωση Ευρωπαίων ηγετών.
Ο Αμερικανός πρόεδρος έφτασε στο σημείο να χαρακτηρίσει τους συμμάχους του “δειλούς” επειδή παρέμειναν στο περιθώριο της σύγκρουσης. Την ίδια στιγμή, επανέφερε την απειλή αποχώρησης των ΗΠΑ από τη Βορειοατλαντική Συμμαχία.
Οι σύμμαχοι των ΗΠΑ δεν άκουγαν για πρώτη φορά τέτοιες τοποθετήσεις και έχουν ήδη αρχίσει να προετοιμάζονται για το ενδεχόμενο ενός ΝΑΤΟ χωρίς την αμερικανική συμμετοχή. Οι αμφιβολίες για το κατά πόσο οι ΗΠΑ υπό τον Τραμπ θα τηρούσαν τις συμμαχικές δεσμεύσεις τους υπήρχαν ήδη πριν από τον πόλεμο με το Ιράν – και πλέον η εμπιστοσύνη φαίνεται να φθίνει ακόμη περισσότερο.
Μεταβολή
Ο ίδιος ο Τραμπ άφησε να εννοηθεί ότι η στάση του απέναντι στη Συμμαχία έχει σκληρύνει, αναφερόμενος σε προηγούμενες διαφωνίες, όπως στην περίπτωση της Γροιλανδίας. Αν και δεν μπορεί να αποσύρει τις ΗΠΑ από το ΝΑΤΟ χωρίς την έγκριση του Κογκρέσου, έχει τη δυνατότητα να αποδυναμώσει τη συμμαχία, αποσύροντας στρατεύματα από την Ευρώπη ή αρνούμενος να υπερασπιστεί κράτη-μέλη.
Το αποτέλεσμα είναι μια βαθιά μεταβολή στη διατλαντική σχέση, με την εμπιστοσύνη που τη χαρακτήριζε επί δεκαετίες να έχει πλέον κλονιστεί.
Το ερώτημα δεν είναι αν, αλλά πότε ο Τραμπ θα επιχειρήσει να χρησιμοποιήσει νέα μέσα πίεσης για να πείσει τους συμμάχους του να ευθυγραμμιστούν με τη στρατηγική του. Ωστόσο, παραμένει αβέβαιο αν οποιαδήποτε μορφή πίεσης θα αποδειχθεί επαρκής για να κάμψει την ευρωπαϊκή αντίσταση σε μια περαιτέρω στρατιωτική εμπλοκή στο ιρανικό μέτωπο.
Απόδοση – Επιμέλεια: Γιώργος Δ. Παυλόπουλος