Του Lionel Laurent
Από τη στιγμή που ο Κιρ Στάρμερ ανέλαβε πρωθυπουργός του Ηνωμένου Βασιλείου, υπήρχε η ελπίδα για μια νέα αρχή στις σχέσεις με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Τόσο η κυβέρνηση των Εργατικών όσο και οι Βρυξέλλες έχουν εκφράσει τη λύπη τους για το οικονομικό και πολιτικό κόστος του Brexit σε έναν Τραμπικό κόσμο που γίνεται όλο και πιο εχθρικός. Η προοπτική να απομακρυνθεί ο επιφυλακτικός Στάρμερ από τη θέση του πρωθυπουργού έχει, αν μη τι άλλο, ενισχύσει τις προσδοκίες των Βρετανών ότι όποιος συνάδελφός του τον αντικαταστήσει θα επιταχύνει την προσέγγιση. Δυστυχώς, η κρίση ηγεσίας που αντιμετωπίζει η χώρα ενδέχεται να κάνει τα πράγματα ακόμη πιο δύσκολα.
Από την άλλη πλευρά της Μάγχης, η Βρετανία αρχίζει να φαίνεται πολιτικά κατακερματισμένη σε σημείο που να είναι ακυβέρνητη, με πρώτο δείγμα τα καταστροφικά αποτελέσματα των τοπικών εκλογών που άφησαν τον Στάρμερ στο χείλος του γκρεμού. Το αριστερό Πράσινο Κόμμα κέρδισε έδαφος στα προπύργια των Εργατικών στο Λονδίνο, ενώ ο Νάιτζελ Φάρατζ, ο “Mr. Brexit”, οδήγησε το αντιμεταναστευτικό κόμμα του Reform UK στην πρώτη θέση στην Αγγλία, συσσωρεύοντας παράλληλα έδρες στις Σκωτσέζικες και Ουαλικές Συνελεύσεις. Μια νέα δημοσκόπηση του Politico έδειξε ότι το σχετικά νέο κόμμα του — με ένα μόλις διαμορφωμένο πρόγραμμα που βασίζεται σε ευσεβείς πόθους για τα οικονομικά — εξακολουθεί να θεωρείται πιο αξιόπιστο από το Εργατικό Κόμμα σε θέματα οικονομίας και κόστους ζωής. Θεωρείται πιο πιθανός νικητής των επόμενων γενικών εκλογών.
Αν και ένα τέτοιο χάος δεν είναι καθόλου σπάνιο σε μια εποχή που τα κεντρώα κόμματα καταρρέουν — αρκεί να ρωτήσετε τον Εμανουέλ Μακρόν ή τον Φρίντριχ Μερτς —, θα επηρεάσει την αντίληψη των ευρωπαϊκών πρωτευουσών σχετικά με το πόσο μακριά μπορεί ρεαλιστικά να φτάσει μια νέα αρχή. Ο διστακτικός Στάρμερ προτρέπει για στενότερους δεσμούς, ενώ παράλληλα επιμένει στις κόκκινες γραμμές του όσον αφορά στη μη ένταξη στην ενιαία αγορά ή στην τελωνειακή ένωση, φοβούμενος να ξανανοίξει εσωτερικές πληγές.
Οι πιο πιθανότατοι διεκδικητές της ηγεσίας του Εργατικού Κόμματος, όπως ο πρόσφατα παραιτηθείς υπουργός Υγείας Γουές Στρίτινγκ και ο δήμαρχος του Μάντσεστερ Άντι Μπέρναμ, ενθαρρύνονται από τις αμφιβολίες των ψηφοφόρων για το Brexit. Αλλά η συζήτηση για το ευρώ ή την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων θα είναι πιο δύσκολη σε μια εποχή που ο Φάρατζ βρίσκεται σε άνοδο. Ο Μπέρναμ έχει ήδη υποχωρήσει από τον αρχικό ενθουσιασμό για επανένταξη, επειδή πρέπει να κερδίσει τις by-elections εναντίον του Reform.

Από την πλευρά των Βρυξελλών, ακόμα κι αν οι ανταλλαγές προσβολών μεταξύ των δύο πλευρών της Μάγχης λόγω του Brexit έχουν πια ξεχαστεί, η πιθανότητα να αναλάβει πρωθυπουργός ο Φάρατζ κρατά όλους τους ηγέτες σε εγρήγορση. Και δεν είναι ο μόνος που θέτει εμπόδια. Όταν ρωτάς έναν Ευρωπαίο διπλωμάτη για το “reset” του Στάρμερ, συνήθως ακούς θερμά λόγια που ακολουθούνται από μια κρύα αναφορά στην επιλεκτική εφαρμογή των κανονισμών. Η ΕΕ, με την Γαλλία να ηγείται, θα απαιτήσει ένα αντίτιμο από το Ηνωμένο Βασίλειο, ανεξάρτητα από το πόσο προσεκτικά αυτό επιστρέφει στη φτερούγα της.
Η πιθανότητα το φιλοευρωπαϊκό Εργατικό Κόμμα να εκδιωχθεί στις επόμενες εκλογές έχει ήδη επηρεάσει αρνητικά τις συνομιλίες του Γουέστμινστερ με τις Βρυξέλλες. Η ΕΕ έχει προτείνει μια “ρήτρα Φάρατζ” που θα την αποζημιώσει σε περίπτωση που το Ηνωμένο Βασίλειο αποφασίσει να απορρίψει την Ευρώπη για άλλη μια φορά υπό μια κυβέρνηση του Reform ή ακόμη και υπό την ηγεσία των Τόρις. Όπως πάντα, το Βερολίνο κρατά πιο φιλική στάση απ’ ό,τι το Παρίσι όσον αφορά στην επανένταξη των Βρετανών, αλλά η επιφυλακτικότητα δεν είναι αποκλειστικά γαλλική υπόθεση.
Μέρος του προβλήματος είναι ότι η αίσθηση του επείγοντος που οδηγεί σε αυτή την αναπροσαρμογή δεν είναι η ίδια και για τις δύο πλευρές. Το Λονδίνο βρίσκεται υπό πίεση να ενεργοποιήσει νέους μοχλούς οικονομικής ανάπτυξης και να σταθεροποιήσει τις ασταθείς αγορές ομολόγων, οι οποίες αποτελούν κρίσιμο παράγοντα της βρετανικής πολιτικής, καθώς καθορίζουν το κόστος δανεισμού της κυβέρνησης. Σε ένα working paper του Νοεμβρίου, το οποίο συνυπέγραψε ο οικονομολόγος της Τράπεζας της Αγγλίας Φίλιπ Μπαν, εκτιμάται ότι το δημοψήφισμα του 2016 για το Brexit κόστισε στο Ηνωμένο Βασίλειο μεταξύ 6% και 8% του κατά κεφαλήν ΑΕΠ την τελευταία δεκαετία. Ωστόσο, δεν υπάρχει κάποιος στους διαδρόμους της ευρωπαϊκής εξουσίας που να βλέπει τη Βρετανία ως ένα Ελ Ντοράντο που θα βοηθούσε στην αναπλήρωση των πενιχρών προοπτικών ανάπτυξης της ίδιας της Ένωσης.
Η προτεραιότητα της ΕΕ είναι, αντίθετα, η ισχυρή υπεράσπιση της ευθυγράμμισης με το Ηνωμένο Βασίλειο σε θέματα όπως η στήριξη της Ουκρανίας και ο επανεξοπλισμός της ηπείρου μέσω ενός ταμείου ύψους 150 δισ. Ευρώ. Όταν οι πιθανοί αντίπαλοι του Στάρμερ στο Εργατικό Κόμμα μιλούν αόριστα για την επανένταξη στην τελωνειακή ένωση — καταργώντας τους δασμούς στα εμπορεύματα και απαιτώντας από το Ηνωμένο Βασίλειο να υιοθετήσει περισσότερο την εμπορική πολιτική της Ένωσης — κάτι τέτοιο δεν έχει τελικά την ίδια απήχηση στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες. Ούτε είναι πιθανό από μόνο του να προσφέρει μια γρήγορη οικονομική ώθηση στη Βρετανία.
Φυσικά, λίγη ισχυρή ηγεσία στην Ντάουνινγκ Στριτ θα μπορούσε να βελτιώσει την κατάσταση. Τόσο το Ηνωμένο Βασίλειο όσο και η ΕΕ θα έβλεπαν ιδανικά τους στενότερους δεσμούς ως πλεονέκτημα, δεδομένης της κατάρρευσης της παλαιάς διεθνούς τάξης. Όποιος και αν βρίσκεται στο Νο 10 όταν ξεκινήσουν οι επόμενες συνομιλίες, δεν θα πρέπει απλώς να νοσταλγεί την αύξηση του ΑΕΠ – θα πρέπει να επικεντρωθεί στο ζήτημα της ασφάλειας και να αντιμετωπίσει την πλέον καθόλου “ειδική” σχέση του Λονδίνου και των Βρυξελλών με τις ΗΠΑ. Ένα άλλο πιθανό πλεονέκτημα για την Ένωση θα ήταν αν οι Βρετανοί μπορούσαν να βοηθήσουν στην εκκίνηση της προσπάθειας του Μάριο Ντράγκι για την ευρωπαϊκή ανταγωνιστικότητα, ειδικά στοχεύοντας στο υπερβολικό ρυθμιστικό πλαίσιο. Ο επικεφαλής της JPMorgan Chase & Co., Τζέιμι Ντάιμον, κάλεσε το Ηνωμένο Βασίλειο και την ΕΕ να συνεργαστούν και να βελτιώσουν τις οικονομίες τους.
Ωστόσο, οι ισχυροί ηγέτες σπανίζουν. Ο Στάρμερ θέλει το Ηνωμένο Βασίλειο να επιστρέψει “στην καρδιά” της Ευρώπης, αλλά δεν έχει χαρτογραφήσει πώς ή με ποιους όρους. Και οι επενδυτές και οι τραπεζίτες που βρέθηκαν την περασμένη εβδομάδα στο Παρίσι για μια διάσκεψη της JPMorgan δεν είδαν κανένα θετικό αποτέλεσμα από το πρόσφατο πολιτικό δράμα της Βρετανίας – και δεν έδειξαν ιδιαίτερο ενθουσιασμό για μια νέα αρχή στις σχέσεις με την ΕΕ, λόγω των δικών τους λαϊκιστικών προβλημάτων σε Γαλλία και Γερμανία. Παρά την ελπίδα του Ντάιμον ότι τα πράγματα θα βελτιωθούν, η προειδοποίηση ότι η τράπεζά του ενδέχεται να επανεξετάσει τη νέα, λαμπερή έδρα της στο Λονδίνο αν το Εργατικό Κόμμα πάρει αριστερή στροφή δείχνει ότι κανείς δεν είναι διατεθειμένος να υιοθετήσει μια πιο διπλωματική στάση αυτή την περίοδο.