Σοβαρές αιχμές για στρεβλή λειτουργία της ελληνικής αγοράς ηλεκτρισμού, η οποία οδηγεί σε τεχνητά υψηλό κόστος για τη βιομηχανία και τους καταναλωτές ακόμη και σε ώρες υπερπροσφοράς πράσινης ενέργειας, διατυπώνει η ΕΒΙΚΕΝ με επιστολή της προς τη ΡΑΑΕΥ και τον υφυπουργό Ενέργειας Νίκο Τσάφο.

Η παρέμβαση της Ένωσης Βιομηχανικών Καταναλωτών Ενέργειας έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία οι μηδενικές ή εξαιρετικά χαμηλές τιμές στη χονδρεμπορική αγορά κατά τις μεσημβρινές ώρες έχουν καταστεί σχεδόν καθημερινό φαινόμενο, λόγω της αυξημένης παραγωγής από φωτοβολταϊκά.

Σύμφωνα με τη βιομηχανία, το όφελος από τις χαμηλές τιμές όχι μόνο δεν φτάνει στους τελικούς καταναλωτές, αλλά μετατρέπεται τελικά σε πρόσθετο κόστος μέσω του μηχανισμού εξισορρόπησης και των λογαριασμών προσαύξησης.

Η ΕΒΙΚΕΝ ζητά έλεγχο για ενδεχόμενη χειραγώγηση της αγοράς την περίοδο 5-10 Μαΐου, καταγγέλλοντας πρακτικές που, όπως αναφέρει, διαμορφώνουν τιμές οι οποίες «δεν αντανακλούν τα θεμελιώδη μεγέθη προσφοράς – ζήτησης».

Στην επιστολή περιγράφεται μοτίβο κατά το οποίο θερμικές μονάδες εμφανίζονται να προσφέρουν χαμηλότερη ισχύ στην αγορά επόμενης ημέρας, γνωστή ως DAM, διατηρώντας τις τιμές υψηλότερα από ό,τι θα δικαιολογούσαν οι συνθήκες υπερπαραγωγής από ΑΠΕ.

Σύμφωνα με την ΕΒΙΚΕΝ, στις 7 και 8 Μαΐου, παρά τις υψηλές εξαγωγές και την όχι ιδιαίτερα αυξημένη παραγωγή από ανανεώσιμες πηγές, οι τιμές κατά τις ώρες 11:00-15:00 παρέμειναν σε επίπεδα 60-100 ευρώ/MWh.

Την ίδια ώρα, ο ΑΔΜΗΕ φέρεται να ενεργοποιούσε εκτεταμένα εντολές λειτουργίας, τα λεγόμενα constraints, σε μονάδες που συμμετείχαν ήδη στη DAM, αυξάνοντας εκ των υστέρων την παραγωγή τους μέσω της αγοράς εξισορρόπησης.

Κατά την ΕΒΙΚΕΝ, η πρακτική αυτή οδηγεί σε υψηλότερες αποζημιώσεις μέσω του μηχανισμού pay-as-bid και, τελικά, σε επιβάρυνση του ΛΠ3, δηλαδή των χρεώσεων προσαύξησης που πληρώνει η αγορά.

Η ουσία της καταγγελίας είναι ότι, ενώ θεωρητικά η αγορά απολαμβάνει φθηνή ή ακόμη και μηδενική ενέργεια λόγω των ΑΠΕ, στην πράξη το συνολικό κόστος αυξάνεται μέσω της εξισορρόπησης.

Παράγοντες της αγοράς σημειώνουν ότι ο καταναλωτής δεν πληρώνει μόνο την τιμή της DAM, αλλά και πρόσθετες χρεώσεις από τους λογαριασμούς προσαύξησης, οι οποίες σε ορισμένες περιπτώσεις προσθέτουν ακόμη και 20-25 ευρώ/MWh στο τελικό κόστος.

Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται και στο κόστος απωλειών του συστήματος μεταφοράς, το οποίο, σύμφωνα με την καταγγελία, τιμολογείται με βάση τη μεσοσταθμική τιμή του ΑΔΜΗΕ και επομένως επιβαρύνεται επίσης με τις χρεώσεις ΛΠ.

Η βιομηχανία θεωρεί ότι ο συγκεκριμένος τρόπος υπολογισμού διογκώνει τεχνητά τις επιβαρύνσεις της αγοράς και ζητά την επανεξέτασή του.

Ενδεικτικά, η ΕΒΙΚΕΝ αναφέρεται στην 7η Μαΐου, όταν, όπως σημειώνει, επιβλήθηκαν constraints συνολικής ισχύος 724 MW σε μονάδες ήδη ενταγμένες στη DAM. Στη συνέχεια, η ισχύς αυξήθηκε μέσω ISP σε περίπου 1.002 MW, με αντίστοιχη αύξηση αποζημίωσης.

Ακόμη πιο χαρακτηριστική θεωρείται η εικόνα της 8ης Μαΐου. Παρά την υψηλή ηλιοφάνεια, οι τιμές στις ώρες παραγωγής φωτοβολταϊκών κυμάνθηκαν μεταξύ 65 και 120 ευρώ/MWh, ενώ, σύμφωνα με την επιστολή, η προσπάθεια διατήρησης υψηλών τιμών είχε ως αποτέλεσμα η χώρα να μετατραπεί ακόμη και σε καθαρά εισαγωγική αγορά έως 500 MW.

Η ΕΒΙΚΕΝ ζητά από τη ΡΑΑΕΥ να εξετάσει αν οι θερμικές μονάδες δηλώνουν στη DAM ισχύ χαμηλότερη από τα τεχνικά ελάχιστά τους, καθώς και αν τα constraints χρησιμοποιούνται στρατηγικά για την εξασφάλιση πρόσθετων αποζημιώσεων.

Πίσω από τη σύγκρουση αναδεικνύεται ένα ευρύτερο ζήτημα για το κατά πόσο το σημερινό μοντέλο αγοράς επιτρέπει πράγματι στις ΑΠΕ να μειώνουν το κόστος για την οικονομία ή αν μέρος του οφέλους εξανεμίζεται μέσα από μηχανισμούς εξισορρόπησης, περιορισμών και λογαριασμών προσαύξησης.

Για τη βιομηχανία, το ζήτημα έχει άμεση ανταγωνιστική διάσταση, καθώς η Ελλάδα συνεχίζει να εμφανίζει υψηλότερο ενεργειακό κόστος σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές αγορές, παρά τη μεγάλη διείσδυση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας.

Capital.gr