Η Τράπεζα Κύπρου ανακοίνωσε τα οριστικά οικονομικά αποτελέσματα για το 2025, επιβεβαιώνοντας την ισχυρή κερδοφορία της και τη συνέχιση της αναπτυξιακής της πορείας, όπως είχε ήδη καταγραφεί στα προκαταρκτικά στοιχεία που είχαν δημοσιοποιηθεί τον Φεβρουάριο.

Τα καθαρά κέρδη μετά τη φορολογία ανήλθαν σε €481 εκατ., εκ των οποίων τα €128 εκατ. προήλθαν από το τέταρτο τρίμηνο του έτους. Η απόδοση ενσώματων ιδίων κεφαλαίων διαμορφώθηκε στο 18,6%, ενώ τα βασικά κέρδη ανά μετοχή έφθασαν το €1,10.

Καθοριστική για την επίδοση της τράπεζας ήταν η ισχυρή πιστωτική επέκταση, με νέο δανεισμό-ρεκόρ €3 δισ., αυξημένο κατά 23% σε ετήσια βάση. Το χαρτοφυλάκιο εξυπηρετούμενων δανείων ανήλθε στα €10,9 δισ., καταγράφοντας αύξηση 8%, ενώ οι καταθέσεις, κυρίως λιανικής, έφθασαν τα €22,2 δισ., επίσης ενισχυμένες κατά 8%.

Σε ό,τι αφορά την αποδοτικότητα, ο δείκτης κόστους προς έσοδα παρέμεινε στο χαμηλό 37%, στοιχείο που, σύμφωνα με την τράπεζα, αντανακλά αποτελεσματικό λειτουργικό έλεγχο. Την ίδια ώρα, η ποιότητα του χαρτοφυλακίου συνέχισε να βελτιώνεται, με το ποσοστό των μη εξυπηρετούμενων δανείων να υποχωρεί στο 1,2% και το κόστος πιστωτικού κινδύνου να διαμορφώνεται στις 33 μονάδες βάσης.

Ισχυρή εικόνα παρουσίασε και η ρευστότητα, με τον δείκτη κάλυψης να ανέρχεται σε 321% και το πλεόνασμα ρευστότητας να φθάνει τα €9,2 δισ. Παράλληλα, η κεφαλαιακή βάση διατηρήθηκε σε υψηλά επίπεδα, με τον δείκτη CET1 στο 21,0% και τον συνολικό δείκτη κεφαλαιακής επάρκειας στο 25,9%, ενισχυμένο από οργανική δημιουργία κεφαλαίων 436 μονάδων βάσης.

Η διοίκηση προχωρά σε μέρισμα €305 εκατ. σε μετρητά, με payout ratio 70% για το 2025, επιβεβαιώνοντας τη στρατηγική της για υψηλές αποδόσεις προς τους μετόχους.

Για την περίοδο 2026-2028, η τράπεζα θέτει ως βασικό στόχο τη διατήρηση ανθεκτικής κερδοφορίας, την περαιτέρω ενίσχυση των εσόδων και τη συνεχή στήριξη της κεφαλαιακής της επάρκειας. Στο πλαίσιο αυτό, στοχεύει σε απόδοση ενσώματων ιδίων κεφαλαίων σε επίπεδα mid-teens και σε οργανική δημιουργία κεφαλαίων 350-400 μονάδων βάσης ετησίως.

Σύμφωνα με τον σχεδιασμό της, τα καθαρά έσοδα από τόκους αναμένεται να σταθεροποιηθούν το 2026 και ακολούθως να αυξάνονται κατά περίπου 3% ετησίως, στηριζόμενα σε ετήσια αύξηση δανείων κατά 4% και στη σταδιακή αξιοποίηση της υψηλής ρευστότητας. Παράλληλα, έμφαση δίνεται στην αύξηση των μη επιτοκιακών εσόδων, όπως προμήθειες, ασφαλιστικές εργασίες και συναλλαγές, τα οποία εκτιμάται ότι θα ενισχύονται κατά περίπου 4% ετησίως.

Το κόστος πιστωτικού κινδύνου τοποθετείται στο εύρος 40-50 μονάδων βάσης, με τάση προς το χαμηλότερο όριο, ενώ η τράπεζα διατηρεί μεσοπρόθεσμο στόχο για δείκτη CET1 περίπου στο 15%, μέσω οργανικής ανάπτυξης, επενδύσεων και αυξημένων διανομών.

Στο μεταξύ, τον Μάρτιο του 2026 η τράπεζα απέκτησε ποσοστό 26,45% στη Wealthyhood, ενισχύοντας την ψηφιακή της παρουσία στις επενδύσεις σε μετοχές και ETFs. Παράλληλα, υπέγραψε συμφωνία για την απόκτηση χαρτοφυλακίου δανείων περίπου €150 εκατ. και καταθέσεων €500 εκατ. από την Κυπριακή Τράπεζα Αναπτύξεως, με την ολοκλήρωση της συναλλαγής να τοποθετείται εντός του δεύτερου εξαμήνου του 2026.

Για το 2026, η τράπεζα στοχεύει σε συνολικό payout έως 90%, εκ των οποίων 70% θα αφορά τακτικό μέρισμα και έως 20% πρόσθετη διανομή. Για τα έτη 2027 και 2028, θέτει στόχο συνολικών διανομών έως και 100% ετησίως, κυρίως σε μετρητά, με δυνατότητα και επαναγοράς ιδίων μετοχών.

Η διοίκηση σημειώνει ότι το επιχειρηματικό της πλάνο καταρτίστηκε πριν από την πρόσφατη γεωπολιτική ένταση στη Μέση Ανατολή, υπογραμμίζοντας ωστόσο ότι διατηρεί την ευελιξία να προσαρμοστεί ανάλογα με τις εξελίξεις.