Του Στάθη Βασιλόπουλου
Στα τέλη του περασμένου μήνα ο Antenna ανακοίνωσε την εξαγορά του ιταλικού ομίλου GEDI – με κορωνίδα την εφημερίδα La Repubblica- παρουσιάζοντας την κίνηση αυτή ως στρατηγική επέκταση ενίσχυσης του αποτυπώματός του στην ευρωπαϊκή αγορά.
Πίσω όμως από το επενδυτικό αυτό αφήγημα, η πορεία της GEDI τα τελευταία χρόνια αποκαλύπτει μια παράλληλη πραγματικότητα: Ο Anntena δεν απέκτησε μόνο ένα μιντιακό συγκρότημα με ιστορικούς τίτλους, αλλά και έναν οργανισμό που επί σειρά ετών κινείται σε τροχιά αποδυνάμωσης, κουβαλώντας σημαντικά οικονομικά βάρη. Η διαρκής μείωση στα έσοδα, οι ζημιογόνες χρήσεις και η αυξημένη εξάρτηση από τη χρηματοδότηση της μητρικής, σε συνδυασμό με συνεχείς κινήσεις αναδιάρθρωσης, συνθέτουν την εικόνα ενός ομίλου σε φάση συρρίκνωσης.
Η εξέλιξη αυτή δεν προέκυψε αιφνιδιαστικά. Τα μεγέθη της GEDI την περίοδο 2020–2025 αντανακλούν τη βαθύτερη κρίση του παραδοσιακού εκδοτικού μοντέλου, όπου η ανάγκη για ψηφιακή μετάβαση και η υποχώρηση των διαφημιστικών εσόδων συνθέτουν ένα περιβάλλον διαρκούς πίεσης.
Η εικόνα αυτή αποτυπώνεται με ιδιαίτερη σαφήνεια και στη θέση που κατείχε η GEDI μέσα στη δομή συμμετοχών της μητρικής της, Exor, του επενδυτικού βραχίονα της οικογένειας Ανιέλι. Σε ένα χαρτοφυλάκιο που στηρίζεται σε ισχυρές συμμετοχές όπως η Ferrari, η Stellantis και η Philips, η GEDI είχε σταδιακά περιέλθει στο περιθώριο. Η αποδυνάμωση της δεν περιορίζεται στη θέση της στο χαρτοφυλάκιο- όπου αντιστοιχούσε μόλις στο 0,3% της συνολικής αξίας,- αλλά αποτυπώνεται ευθέως και στα οικονομικά μεγέθη.
Το 2020, ο όμιλος εμφάνισε έσοδα περίπου 600 εκατ. ευρώ, αλλά κατέγραψε ζημιές άνω των 120 εκατ. ευρώ, υπό την πίεση της πανδημίας και της μείωσης της διαφημιστικής “πίτας”. Τα επόμενα χρόνια η υποχώρηση συνεχίστηκε: τα έσοδα διαμορφώθηκαν στα 550–580 εκατ. ευρώ το 2021 και υποχώρησαν περαιτέρω στα 500 εκατ. ευρώ το 2022, με το αποτέλεσμα να παραμένει αρνητικό.
Παρά τη σταδιακή ενίσχυση των εσόδων από τις ψηφιακές δραστηριότητες —που έφτασαν να αντιστοιχούν περίπου στο 12% έως 15% του συνόλου— η αύξηση αυτή δεν ήταν αρκετή για να αντισταθμίσει τη συνεχιζόμενη πτώση των εντύπων.. Μέχρι το 2023, η GEDI είχε ήδη περάσει σε μια στρατηγική αμυντικής αναδιάρθρωσης, με έμφαση στον περιορισμό κόστους. Τη χρονιά εκείνη ο κύκλος εργασιών διαμορφώθηκε στα 480 εκατ. ευρώ και οι ζημίες στα 91 εκατ. ευρώ.
Τα πιο πρόσφατα διαθέσιμα στοιχεία για το 2024 δείχνουν κύκλο εργασιών περίπου στα 224 εκατ. ευρώ και ζημιές της τάξης των 15 εκατ. ευρώ.
Οι κινήσεις αναδιάρθρωσης αποτυπώνονται και στο ανθρώπινο δυναμικό: 333 εργαζόμενοι αποχώρησαν το 2024, με το προσωπικό να περιορίζεται στα 1.343 άτομα, παράλληλα με πωλήσεις δραστηριοτήτων και ευρύτερες κινήσεις συρρίκνωσης που σημειώθηκαν εκείνη τη χρονιά.
Η δυσμενής κατάσταση γίνεται πιο εμφανής μέσα από το σκέλος της χρηματοδότησης. Η Exor είχε ανοίξει προς τη GEDI γραμμή χρηματοδότησης έως 150 εκατ. ευρώ, από την οποία η εταιρεία αντλούσε σταδιακά ρευστότητα. Στο τέλος του 2024 είχαν ήδη αντληθεί 140 εκατ. ευρώ, με τη μητρική να σημειώνει ότι τα κεφάλαια αυτά χρησιμοποιήθηκαν για την κάλυψη άμεσων χρηματοδοτικών αναγκών.
Στην οικονομική έκθεση για τη χρήση του 2025, που δημοσίευσε η Exor στις 23 Μαρτίου, αποτυπώνεται με σαφήνεια το σκεπτικό πίσω από την πώληση της GEDI στον όμιλο Antenna. Η μητρική αναγνωρίζει ότι ο ιταλικός Τύπος βρίσκεται σε φάση κρίσης, υπογραμμίζοντας πως η ψηφιακή μετάβαση δεν αποτελεί πλέον επιλογή αλλά αναγκαιότητα. Η Exor καταλήγει ότι, παρά τις προσπάθειες που έγιναν, η GEDI δεν κατάφερε να επιτύχει το επίπεδο βιωσιμότητας και ψηφιακής ωριμότητας που απαιτούν οι συνθήκες της αγοράς.
Υπό αυτά τα δεδομένα, η απόφαση αποεπένδυσης ήταν προδιαγεγραμμένη και αναπόφευκτη. Η Exor επέλεξε να αναδιατάξει το χαρτοφυλάκιό της, αποχωρώντας από μη βασικές συμμετοχές και αναζητώντας για τη GEDI έναν επενδυτή, που το βρήκε στον Αntenna.
Οι αντιδράσεις και οι απεργίες
Να σημειωθεί πάντως πως οι εξελίξεις γύρω από την πώληση της GEDI συνοδεύτηκαν από έντονες αντιδράσεις στο εσωτερικό του ομίλου, με πολυήμερες κινητοποιήσεις των δημοσιογράφων που είχαν ως αποτέλεσμα τη διακοπή της κυκλοφορίας της La Repubblica. Σύμφωνα με ιταλικά δημοσιεύματα, δεν έλειψαν οι φωνές που έκαναν λόγο για ζητήματα διαφάνειας και ενημέρωσης γύρω από τη διαδικασία της συμφωνίας πώλησης της εφημερίδας.
Στο παρασκήνιο, η υπόθεση αποκτά και πολιτική χροιά, καθώς οι αριστερές καταβολές του τίτλου και η έντονα επικριτική στάση της Repubblica απέναντι στην κυβέρνηση Μελόνι εξηγούν, σε έναν βαθμό, γιατί η πώληση σε έναν όμιλο εκτός Ιταλίας δεν προκάλεσε ιδιαίτερες αντιδράσεις. Την ίδια στιγμή, για την απόκτηση της GEDI φέρεται να είχαν κινηθεί και άλλοι ενδιαφερόμενοι, μεταξύ των οποίων και ο Leonardo Maria Del Vecchio, γιος του ιδρυτή της Luxottica.
Η κίνηση για την πώληση της GEDI εντάσσεται σε ένα ευρύτερο σχέδιο αποεπενδύσεων της Exor, η οποία τα τελευταία χρόνια αποχωρεί σταδιακά από τον εκδοτικό κλάδο, ανακατευθύνοντας κεφάλαια σε δραστηριότητες με υψηλότερες αποδόσεις. Σε αυτό το πλαίσιο, και η εφημερίδα La Stampa, που ανήκε επίσης στο χαρτοφυλάκιο της Exor, πωλήθηκε στον ιταλικό εκδοτικό όμιλο SAE.
Τι είπε ο ΑΝΤ1 για τη συμφωνία
Η συμφωνία του Antenna για την εξαγορά της GEDI περιλαμβάνει την εφημερίδα La Repubblica, τους ραδιοφωνικούς σταθμούς Radio Deejay, Radio Capital και m2o, τα μέσα HuffPost Italia, National Geographic και Limes, καθώς και τη διαφημιστική Manzoni.
Η κίνηση εντάσσεται στη στρατηγική διεθνούς επέκτασης του ομίλου, με στόχο την ενίσχυση της παρουσίας του σε Ευρώπη και ΗΠΑ, όπως αναφέρεται σε σχετική ανακοίνωση. Σύμφωνα με τον Antenna, η GEDI θα ενισχυθεί με νέες τεχνολογίες και ψηφιακές πρακτικές, δίνοντας πρόσβαση σε κοινό έως 500 εκατ. μέσω του διεθνούς δικτύου του ομίλου. Παράλληλα, προβλέπεται ανάπτυξη της πλατφόρμας mymovies.it, σύνδεση με τις streaming υπηρεσίες του Antenna και ενίσχυση δραστηριοτήτων σε κινηματογράφο, μουσική και διεθνή διανομή περιεχομένου, μέσω συνεργασιών με μεγάλους παρόχους όπως το Netflix.
Forbes
