Οι επενδυτές τηρούν στάση αναμονής για περαιτέρω εξελιξεις στη Μέση Ανατολή. Η πρόσφατη συμφωνία για δεκαπενθήμερη εκεχειρία έχει μεταβάλει τη δυναμική των αγορών, ωστόσο ακόμη και στην περίπτωση μιας οριστικής συμφωνίας -η οποία αναμφίβολα θα παρουσιαστεί ως σημαντική επιτυχία από τον Πρόεδρο των ΗΠΑ, Donald Trump- ο κίνδυνος αναζωπύρωσης των εχθροπραξιών παραμένει μεγάλος, γεγονός που θα μπορούσε να γκρεμίσει κάθε γέφυρα διαλόγου.
Οι χρηματαγορές φαίνεται πως σε μεγάλο βαθμό έχουν ήδη προεξοφλήσει μια συμφωνία μεταξύ ΗΠΑ, Ισραήλ και Ιράν και εμφανίζονται πρόθυμες να επεκτείνουν το ανοδικό ράλι, εφόσον οι θετικές εξελίξεις συνεχίσουν να ενισχύουν το επενδυτικό κλίμα. Ωστόσο, το τελευταίο διάστημα παρατηρείται μια ήπια απόκλιση μεταξύ της πορείας των αμερικανικών και των ευρωπαϊκών χρηματιστηριακών δεικτών.
Συγκεκριμένα, τόσο ο S&P 500 όσο και ο Nasdaq 100 έχουν ανακτήσει τις απώλειες που προκλήθηκαν από την κρίση στη Μέση Ανατολή και σκαρφάλωσαν σε νέα ιστορικά υψηλά την εβδομάδα που ολοκληρώθηκε. Ωστόσο, ο Dow Jones Industrial Average δυσκολεύεται να κινηθεί πάνω από τα επίπεδα της 27ης Φεβρουαρίου, καθώς επηρεάζεται περισσότερο από τις προοπτικές ανάπτυξης, υποδηλώνοντας μια σχετική επιφυλακτικότητα για το άμεσο μέλλον. Αξίζει να σημειωθεί ότι η ανακοίνωση νέων εταιρικών αποτελεσμάτων έχει ήδη ξεκινήσει, με τα αρχικά αποτελέσματα απο αμερικανικά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα να θέτουν τις βάσεις για έναν ικανοποιητικό κύκλο αποτελεσμάτων.
Την ίδια στιγμή, οι ευρωπαϊκοί χρηματιστηριακοί δείκτες κινούνται επίσης ανοδικά, ιδίως μετά την εκεχειρία της 8ης Απριλίου, ωστόσο υποαποδίδουν σαφώς έναντι των αμερικανικών. Ο DAX 40 αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα, καθώς παραμένει χαμηλότερα από τα επίπεδα του Φεβρουαρίου, αντανακλώντας την ανησυχία των επενδυτών για την οικονομία της Ευρωζώνης εν μέσω εκρηκτικής αύξησης του ενεργειακού κόστους και της συνεχιζόμενης άρνησης των Ευρωπαίων ηγετών να προμηθευτούν ρωσικό πετρέλαιο. Ειναι αξιοσημείωτο ότι την επόμενη εβδομάδα οι προκαταρκτικοί δείκτες PMI ενδέχεται να προσφέρουν πολύτιμες ενδείξεις για τον αντίκτυπο των αυξημένων τιμών ενέργειας στη δυναμική ανάπτυξης της ευρωζώνης.
Η τάση αυτή τροφοδοτείται σε μεγάλο βαθμό από τις τιμές του πετρελαίου. Μετά τις τελευταίες εξελίξεις, οι τιμές έχουν υποχωρήσει από τα πρόσφατα υψηλά τους, ωστόσο παραμένουν σημαντικά αυξημένες σε σύγκριση με την προ κρίσης περίοδο. Οι περισσότεροι αναλυτές συγκλίνουν στην άποψη ότι, ακόμη και σε περίπτωση συμφωνίας, η επιστροφή των τιμών πετρελαίου στα προ κρίσης επίπεδα δεν θα είναι άμεση, καθώς η πλήρης αποκατάσταση των ροών μέσω των Στενών του Ορμούζ ενδέχεται να απαιτήσει μήνες, διατηρώντας τις τιμές σε υψηλά επίπεδα.
Κατά συνέπεια, περιοχές όπως η ευρωζώνη ενδέχεται να αντιμετωπίσουν παρατεταμένες πληθωριστικές πιέσεις, διατηρώντας ανοικτό το ενδεχόμενο δευτερογενών επιπτώσεων που οι κεντρικές τράπεζες επιδιώκουν να αποφύγουν. Ως εκ τούτου, διαμορφώνεται το επιχείρημα υπέρ μιας πιο αυστηρής νομισματικής στάσης από την Ευρωπαική Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) και την Τράπεζα της Αγγλίας (ΤτΑ) σε σύγκριση με τη Αμερικανική Ομοσπονδιακή Τράπεζα (Fed), ακόμη και στην περίπτωση που η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή περάσει σταδιακά σε δεύτερο πλάνο.
Παρά ταύτα, παρατηρείται μια σχετική ομοιογένεια στην πορεία των αποδόσεων των κρατικών ομολόγων. Η απόδοση του 10ετούς αμερικανικού ομολόγου βρίσκεται περίπου 30 μονάδες βάσης υψηλότερα σε σχέση με τα επίπεδα τέλους Φεβρουαρίου, με αντίστοιχες κινήσεις να καταγράφονται τόσο στα γερμανικά όσο και στα ιαπωνικά ομόλογα. Ακόμη πιο ενδιαφέρον είναι ότι και οι αποδόσεις των 2ετών αμερικανικών ομολόγων έχουν κινηθεί έντονα ανοδικά την ίδια περίοδο, με το 2ετές γερμανικό ομόλογο να ηγείται της ανόδου.
Οι κινήσεις αυτές είναι εύλογες, καθώς το βραχυπρόθεσμο σκέλος της καμπύλης αποδόσεων αντανακλά τις προσδοκίες για τα επιτόκια, οι οποίες έχουν μεταβληθεί σημαντικά τόσο για την ΕΚΤ όσο και για την Τράπεζα της Αγγλίας. Παρά τη βελτίωση του επενδυτικού κλίματος και την αυξημένη πιθανότητα επίτευξης συμφωνίας για τον τερματισμό της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή, η αγορά εξακολουθεί να προεξοφλεί αυξήσεις επιτοκίων.
Ο χρυσός δυσκολεύεται ξανά
Η τιμή του χρυσού έχει ανακάμψει απο τις 23 Μαρτίου, όταν συνάντησε ισχυρή στήριξη κοντά στα 4.100 δολάρια ανά ουγκιά, αλλά παραμένει αισθητά χαμηλότερα από το ιστορικά υψηλό επίπεδο των 5.598 δολαρίων, που καταγράφηκε στα τέλη Ιανουαρίου. Οι προσδοκίες για τη νομισματική πολιτική της Fed αποτελoύν αυτη τη στιγμή τον σημαντικότερο παράγοντα για την εξέλιξη της τιμής του χρυσού, σε σύγκριση με τον αυξημένο γεωπολιτικό κίνδυνο λόγω Μέσης Ανατολής.
Η συνεχιζόμενη εξασθένηση του δολαρίου, εν μέρει λόγω της πιθανής μείωσης των επιτοκίων της Fed και οι χαμηλότερες διεθνείς τιμές ενέργειας, έχουν ενισχύσει την ελκυστικότητα της επένδυσης σε χρυσό και κατά συνέπεια την τιμή του, παρά τη διαφαινόμενη μείωση του γεωπολιτικού κινδύνου από μια συμφωνία ανάμεσα σε ΗΠΑ και Ιράν.
Επομένως, στην περίπτωση μιας αμοιβαία αποδεκτής και βιώσιμης συμφωνίας ανάμεσα σε ΗΠΑ και Ιράν, η τιμή του χρυσού θα μπορούσε να επανέλθει σε επίπεδα υψηλότερα των 5.000 δολαρίων.
Αντίθετα, στην περίπτωση κατά την οποία φανεί ότι η επίτευξη συμφωνίας ανάμεσα σε ΗΠΑ και Ιράν δεν είναι εφικτή, διατηρώντας τις διεθνείς τιμές ενέργειας σε πολύ υψηλά επίπεδα, η τιμή του χρυσού θα μπορούσε να επιστρέψει κοντά στα 4.000 δολάρια, εφόσον το δολάριο ενισχυθεί σημαντικά.
* Ανώτερος Αναλυτής Αγορών, Trading Point Market Analysis