Η κοινωνία επωμίζεται όλο και μεγαλύτερο οικονομικό βάρος για την συντήρηση της κρατικής μηχανής, η οποία όμως δείχνει να καθίσταται σταδιακά πιο αδύνατη να προσφέρει τις απαιτούμενες υπηρεσίες και παραδοτέα, υποδεικνύει στην έκθεση 2025 το Δημοσιονομικό Συμβούλιο, καταγράφοντας όμως και άλλα τρωτά. Προκύπτει, επομένως, μια ανησυχία σε τέσσερις άξονες, σύμφωνα με την έκθεση η οποία βασίζεται στο ότι:

• το κόστος του κράτους αυξάνεται,

• η ποιότητα των υπηρεσιών του κράτους δεν βελτιώνεται αλλά μάλλον υποχωρεί, και

• δεν αντιμετωπίζονται οι μεγάλης εμβέλειας και υψηλού κόστους ανάγκες των επόμενων ετών, ενώ

• οι τρωτότητες της οικονομίας αυξάνονται στο μέσο διάστημα.

Το Δημοσιονομικό Συμβούλιο στην έκθεση 2025 σημειώνει «σημαντική διάσταση της κατανομής δαπανών, είναι και η ανάγκη για βελτίωση της αποδοτικότητας και της ευρύτερης ποιότητας της κρατικής μηχανής. Σημειώνεται πως οι τρέχουσες δαπάνες, η ενδιάμεση κατανάλωση και το ευρύτερο λειτουργικό κόστος της Δημοκρατίας συνεχίζουν να αυξάνονται ταχύτερα από τον πληθωρισμό, χωρίς όμως αυτές οι αυξήσεις να μεταφράζονται σε βελτιωμένες υπηρεσίες», αναφέρεται. Στην έκθεση επισημαίνεται «χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν οι λειτουργικές δαπάνες γραφείων, οι οποίες καταγράφουν επίμονες αυξήσεις, όχι μόνο κατά την πενταετία μέχρι το 2028, αλλά και τα προηγούμενα έτη, διαμορφώνοντας, έτσι, διαχρονική τάση. Μάλιστα, η προτεινόμενη μείωση κατά τη διετία 2027- 2028, δεν είναι πειστική καθώς:

α) οι συγκεκριμένες μειώσεις κατά τα τελευταία έτη του ΜΔΠ αποτελούν πάγια πρακτική, και η αναθεώρησή μπορεί να θεωρηθεί δεδομένη βάσει της εμπειρίας των πολλών προηγούμενων ετών κα

β) δεν εντοπίζεται κάποιος προγραμματισμός, σχεδιασμός ή δράσεις για συγκράτηση συγκεκριμένων δαπανών. Επιπλέον, με βάση την τροχιά των δαπανών, η εξέλιξη των δαπανών δεν μπορεί να αποδοθεί σε μη επαναλαμβανόμενες περιστάσεις (π.χ. Κυπριακή Προεδρία του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου)».

Το Δημοσιονομικό Συμβούλιο αναφέρει στην έκθεση ότι μια δεύτερη διάσταση που αφορά στις δαπάνες, σχετίζεται με τη προτεραιοποίηση που δίνεται σε διάφορες κατηγορίες δαπανών.

«Σε σχέση με τις συνεχιζόμενες πιέσεις στις συγκοινωνίες, για παράδειγμα, ο προϋπολογισμός 2026 και ΜΔΠ 2026-2028, και σε πείσμα των αναφορών που γίνονται στον στρατηγικό σχεδιασμό του αρμόδιου Υπουργείου, οι αναπτυξιακές δαπάνες εστιάζονται στην επέκταση του οδικού δικτύου, με την υιοθέτηση και ουσιαστική επέκταση των δημοσίων συγκοινωνιών να μην εντοπίζονται εύκολα στον σχεδιασμό δαπανών.

Αντίστοιχα, όσον αφορά στις αυξημένες πιέσεις στο υδατικό, δεν εντοπίζονται σχεδιασμοί δαπανών που να αλλάζουν το υφιστάμενο καθεστώς. Το ίδιο συμβαίνει και στην πλειονότητα των περιβαλλοντικών, και κυρίως των κλιματικών δεδομένων».

Δεν διαφαίνεται σοβαρή ανατροπή των δεδομένων

Η συμφωνία για παραχώρηση ΑΤΑ δεν ανατρέπει ριζικά τα δημοσιονομικά δεδομένα, υποδεικνύει το Δημοσιονομικό Συμβούλιο και ο όγκος των αυξήσεων αφορά στο 2027 (106 εκατ. ευρώ) και το 2028 (103 εκατ. ευρώ). Η συνολική αύξηση των δαπανών προσωπικού για την ίδια περίοδο, ανέρχεται σε 5.01%, ενώ η επίδραση της ΑΤΑ αντιστοιχεί σε συνολική αύξηση δαπανών κατά 1.8% για την τριετία 2026-2028, σε σχέση με τον υπό εξέταση προϋπολογισμό, αναφέρεται στην έκθεση 2025. « Έτσι, με δεδομένες τις εκτιμήσεις για χαμηλό πληθωρισμό, οι συντελεστές της ΑΤΑ παραμένουν περιορισμένοι, ιδίως για το 2026, έτος για το οποίο χρησιμοποιείται ο πληθωρισμός του 2025, ο οποίος εκτιμάται στο 0.2% (με συντελεστή ΑΤΑ στο 0.16%).

Ο συντελεστής ΑΤΑ αναμένεται πως θα είναι υψηλότερος, στο 2.5% και 1.9% για τα έτη 2027 και 2028 αντίστοιχα, κατά τα οποία η ΑΤΑ θα παραχωρείται στο 100% του πληθωρισμού. Ωστόσο, οι συνεχείς αυξήσεις του κόστους μισθολογίου θα πρέπει να προβληματίσουν, ιδίως σε αντιστοιχία με την αδυναμία βελτίωσης της αποδοτικότητας της κρατικής μηχανής, η οποία προσφέρει τις ίδιες υπηρεσίες, με υψηλότερο, για την κοινωνία, κόστος». To Δημοσιονομικό Συμβούλιο καταλήγει ότι  «δεν διαφαίνεται σοβαρή ανατροπή των δεδομένων που αφορούν στην πορεία του χρέους, αλλά καθίσταται πιο επίφοβο, και κατά πάσα πιθανότητα, εκτός τροχιάς, το ενδεχόμενο να συγκρατηθεί το κρατικό μισθολόγιο κάτω από το όριο του 29% των συνολικών δαπανών στον χρονικό ορίζοντα του ΜΔΠ. Αυτό το γεγονός επιβαρύνει το κράτος περισσότερο, ως προς τις ανελαστικές του δαπάνες (των οποίων περίπου το 1/3 είναι το κόστος προσωπικού) και επιδεινώνει την ανεπάρκεια δημοσιονομικού χώρου για ελιγμούς, πολιτικές, παρεμβάσεις και άλλες διακριτικές δαπάνες πολιτικής».