Προκλήσεις που σχετίζονται με τον αυξανόμενο όγκο και τη σύνθεση των αναφορών, τη διαχείριση εκκρεμοτήτων, καθώς και πτυχές της διαδικασίας αξιολόγησης και αξιοποίησης των διαθέσιμων πληροφοριών, εντοπίζει η έκθεση της Ελεγκτικής Υπηρεσίας για την ΜΟΚΑΣ (Μονάδα Καταπολέμησης Αδικημάτων Συγκάλυψης) για θέματα που αφορούν την πρόληψη  της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες.

Στην έκθεση, που υπογράφει ο Γενικός Ελεγκτής Ανδρέας Παπακωνσταντίνου, διαπιστώνονται ορισμένες προκλήσεις που σχετίζονται με τον αυξανόμενο όγκο και τη σύνθεση των αναφορών, τη διαχείριση εκκρεμοτήτων, καθώς και πτυχές της διαδικασίας αξιολόγησης και αξιοποίησης των διαθέσιμων πληροφοριών.

Σημειώνεται ότι κατά την περίοδο 2020–2024 παρατηρείται σημαντική αύξηση στον αριθμό των αναφορών που υποβλήθηκαν στη ΜΟΚΑΣ από υπόχρεες οντότητες. Συγκεκριμένα, ο αριθμός των αναφορών AML (καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας) που λήφθηκαν αυξήθηκε από 1.594 αναφορές το 2020 σε 3.870 αναφορές το 2024.

Σύμφωνα με την έκθεση της Ελεγκτικής Υπηρεσίας «οι υποβληθείσες αναφορές αυξήθηκαν από 2.500 το 2021 σε 3.870 το 2024, καταγράφοντας αύξηση της τάξης του 55% σε διάστημα τριών ετών. Κατά την ίδια περίοδο, ο συνολικός αριθμός προσωπικού της ΜΟΚΑΣ αυξήθηκε κατά 76%, από 21 σε 37 άτομα. Ιδιαίτερα σημαντική ήταν η ενίσχυση του τομέα ανάλυσης, ο οποίος είναι αρμόδιος για τον χειρισμό και την αξιολόγηση των εισερχόμενων αναφορών, καθώς ο αριθμός των αναλυτών αυξήθηκε από 7 το 2021 σε 19 το 2024, καταγράφοντας αύξηση της τάξης του 171%».

Από τον Ιούλιο 2023, αναφέρει η έκθεση, εφαρμόζονται διαδικασίες κατηγοριοποίησης και προτεραιοποίησης αναφορών βάσει κινδύνου, μέσω ημιαυτοματοποιημένου εργαλείου που έχει αναπτυχθεί από τη ΜΟΚΑΣ, λαμβάνοντας υπόψη την επιχειρησιακή της εμπειρία. Αναφορές που κατατάσσονται ως χαμηλού κινδύνου δεν ανατίθενται για περαιτέρω ανάλυση, με σκοπό τη στοχευμένη αξιοποίηση των διαθέσιμων πόρων σε υποθέσεις που αφορούν υψηλού κινδύνου αδικήματα.

Παρόλο που, σύμφωνα με τη ΜΟΚΑΣ, η πλειονότητα των αναφορών που αφορούν κρυπτο-περιουσιακά στοιχεία, δεν αναλύεται σε εθνικό επίπεδο αλλά διαβιβάζεται κυρίως στις Μονάδες Χρηματοοικονομικών Πληροφοριών των αρμόδιων κρατών μελών, εκτιμάται ότι το Τμήμα Εικονικών Περιουσιακών Στοιχείων και Χρηματοοικονομικής Τεχνολογίας της ΜΟΚΑΣ θα μπορούσε να ενισχυθεί περαιτέρω με εξειδικευμένο προσωπικό, ώστε να υποστηρίζεται αποτελεσματικά η άσκηση της αποστολής του.

Η Ελεγκτική Υπηρεσία καταγράφει «με βάση τα στοιχεία που εξετάστηκαν, διαπιστώνεται ότι κατά την περίοδο 2020–2024 υπήρξε ουσιαστική ενίσχυση των ανθρώπινων και τεχνολογικών πόρων της ΜΟΚΑΣ, ιδίως στον Τομέα Ανάλυσης, καθώς και αξιοποίηση εξειδικευμένων πληροφοριακών συστημάτων και εργαλείων, γεγονός που ενισχύει την επιχειρησιακή της ικανότητα».  Με βάση τα ευρήματα που προέκυψαν από την αξιολόγηση της επάρκειας των οικονομικών, ανθρώπινων και τεχνολογικών πόρων για την άσκηση των καθηκόντων AML, διατυπώνονται οι ακόλουθες συστάσεις από την Ελεγκτική Υπηρεσία: Σε συνεργασία με τη Νομική Υπηρεσία της Δημοκρατίας, θα μπορούσε να εξεταστεί η δυνατότητα καθορισμού ξεχωριστού προϋπολογισμού ή σαφέστερου προσδιορισμού των πιστώσεων που αφορούν τα καθήκοντα AML της ΜΟΚΑΣ. Μια τέτοια ρύθμιση θα συνέβαλλε στην ενίσχυση της διαφάνειας και της λειτουργικής της αυτονομίας, εντός του ισχύοντος θεσμικού πλαισίου.

Η Ελεγκτική Υπηρεσία έχει εντοπίσει:

Αναφορές χωρίς κατηγοριοποίηση κινδύνου: Η ΜΟΚΑΣ δεν προέβη σε αξιολόγηση των αναφορώνπου δεν είχαν κατηγοριοποιηθεί κατά την περίοδο Ιαν. 2020 – Ιούνιος 2023 και πριν την υιοθέτηση του εργαλείου προτεραιοποίησης, ανεξαρτήτως του αν αυτές είχαν ανατεθεί σε αναλυτή ή όχι. Ως αποτέλεσμα, δεν παρέχεται ολοκληρωμένη εικόνα ως προς το επίπεδο κινδύνου των εν λόγω αναφορών. Δεδομένου ότι οι μη κατηγοριοποιημένες αναφορές αντιστοιχούν στο 32% του συνόλου των αναφορών που λήφθηκαν κατά την περίοδο Ιαν. 2020 – Ιούνιος 2023, οι εν λόγω αναφορές αποτελούν ουσιώδη πηγή για τον εντοπισμό πρόσθετων υποθέσεων που χρήζουν περαιτέρω εξέτασης από τη ΜΟΚΑΣ.

Αναφορές χαμηλού κινδύνου: Από ανάλυση δείγματος που αντιστοιχεί στο 3,8% των αναφορών χαμηλού κινδύνου, προέκυψε ότι το 64% των αναφορών αυτών αφορούσε σε περιπτώσεις διαδικτυακής απάτης χαμηλής αξίας, το 27% σε περιπτώσεις ανεπαρκούς τεκμηρίωσης πελάτη από υπόχρεες οντότητες και το 9% σε λοιπές αιτίες. Όπως διαπιστώθηκε, δεν διενεργείται από τη ΜΟΚΑΣ, συστηματική στρατηγική ανάλυση των αναφορών χαμηλής σημασίας για τον εντοπισμό κοινών χαρακτηριστικών ή τάσεων, ούτε κοινοποίηση σχετικών συμπερασμάτων προς άλλες αρμόδιες αρχές, γεγονός που ενδέχεται να περιορίζει τη στρατηγική αξιοποίηση των πληροφοριών αυτών.

Η Ελεγκτική Υπηρεσία συστήνει ότι η ΜΟΚΑΣ θα πρέπει να ενισχύσει περαιτέρω τις διαδικασίες αξιολόγησης και ανάλυσης των αναφορών ύποπτων συναλλαγών. Συγκεκριμένα, προτείνεται όπως: (α) προβεί σε επανεξέταση των παραμέτρων του εργαλείου προτεραιοποίησης και σε ενίσχυση των σχετικών δικλίδων ώστε η βαθμολόγηση κινδύνου να τεκμηριώνεται με αντικειμενικούς δείκτες που αντανακλούν τον εγγενή κίνδυνο νομιμοποίησης εσόδων, ενδεχομένως, αν κριθεί απαραίτητο, με τησυνδρομή εμπειρογνωμόνων. Να εξετάσει τη συστηματική αξιολόγηση των κριτηρίων που χρησιμοποιούνται για την κατηγοριοποίηση των αναφορών ως χαμηλού, μεσαίου ή υψηλού κινδύνου, ώστε να διασφαλίζεται ότι οι διαθέσιμοι αναλυτικοί πόροι κατανέμονται κατά προτεραιότητα στις υποθέσεις με τη μεγαλύτερη πιθανότητα εντοπισμού σοβαρών αδικημάτων νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή χρηματοδότησης της τρομοκρατίας.

Στην έκθεση της Ελεγκτικής Υπηρεσία, επισημαίνεται ότι, με βάση τα αποτελέσματα της ποιοτικής αξιολόγησης των αναφορών που υποβάλλονται από τα ΠΙ, καθώς και την ανάλυση του ποσοστού διαβίβασής τους στις αρχές επιβολής του νόμου κατόπιν επεξεργασίας από τη ΜΟΚΑΣ, διαπιστώνεται ότι, παρόλο ότι οι αναφορές σχετίζονται με υπόνοιες νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες στο πλαίσιο του ισχύοντος νομικού πλαισίου AML, εντοπίζονται αδυναμίες ως προς την πληρότητα, την τεκμηρίωση και την έγκαιρη υποβολή μέρους τους. 

Η Ελεγκτική Υπηρεσία συστήνει να παρασχεθεί περαιτέρω καθοδήγηση προς τα ΠΙ ώστε να ενισχύσουν τις εσωτερικές διαδικασίες ελέγχου για την υποβολή αναφορών ύποπτων συναλλαγών, με τρόπο που να διασφαλίζει την πληρότητα, ακρίβεια, επαρκή τεκμηρίωση και έγκαιρη υποβολή τους με την εμφάνιση υπόνοιας, περιορίζοντας παράλληλα την υποβολή μη συναφών ή χαμηλής χρησιμότητας αναφορών.