Τα προβλήματα στην παροχή μετρητικών δεδομένων από τον Διαχειριστή Συστήματος Διανομής (ΔΣΔ) αυξάνουν το κόστος στην αγορά ηλεκτρισμού, επηρεάζοντας τόσο τις εταιρείες προμήθειας όσο και, τελικά, τους καταναλωτές, σύμφωνα με ανακοίνωση του Συνδέσμου Εκπροσώπων Προμηθευτών Ηλεκτρικής Ενέργειας (ΣΕΠΗΕ).

Ο ΣΕΠΗΕ αναφέρει ότι τα μετρητικά δεδομένα είναι καθοριστικής σημασίας για τον προγραμματισμό των εταιρειών που δραστηριοποιούνται στην Ανταγωνιστική Αγορά Ηλεκτρισμού, καθώς αποτυπώνουν την ενέργεια που καταναλώνουν οι πελάτες τους. Όπως επισημαίνει, οι προμηθευτές πρέπει να λαμβάνουν έγκαιρα αξιόπιστα και πιστοποιημένα στοιχεία από τον ΔΣΔ, ώστε να προχωρούν σε ορθές αγορές ενέργειας.

Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο, όταν οι εταιρείες αγοράζουν μικρότερη ή μεγαλύτερη ποσότητα ενέργειας από αυτήν που τελικά απαιτείται, επιβαρύνονται με πρόσθετα κόστη, τα οποία με την πάροδο του χρόνου μετακυλίονται στους καταναλωτές. Όπως υποστηρίζει, αυτή η κατάσταση επηρεάζει συνολικά τη δυνατότητα των προμηθευτών να τιμολογούν σωστά τους πελάτες τους, ανεξαρτήτως τύπου μετρητή, ενώ περιορίζει και τη δυνατότητά τους να προσφέρουν ανταγωνιστικές τιμές.

Ο ΣΕΠΗΕ ξεκαθαρίζει ότι οι εταιρείες μέλη του δεν φέρουν ευθύνη για το πρόβλημα, υποδεικνύοντας ως αποκλειστικά αρμόδιο για την τακτική και ορθή ενημέρωση των στοιχείων τον Διαχειριστή Συστήματος Διανομής, μέσω του λογισμικού MDMS.

Όπως αναφέρεται στην ανακοίνωση, από την έναρξη της εμπορικής λειτουργίας της αγοράς, την 1η Οκτωβρίου 2025, μέχρι σήμερα, ο ΔΣΔ δεν έχει καταφέρει να εξυπηρετήσει επαρκώς τις εταιρείες προμήθειας, παρά τις έγκαιρες επισημάνσεις ότι τα δεδομένα είτε δεν αποστέλλονται εγκαίρως είτε δεν είναι ορθά.

Ο Σύνδεσμος σημειώνει ότι οι ανησυχίες των προμηθευτών επιβεβαιώθηκαν όταν, ύστερα από σημαντική καθυστέρηση, ο ΔΣΔ ενημέρωσε για ουσιώδεις αποκλίσεις στους υπολογισμούς του καταναλωτικού φορτίου για τον Οκτώβριο του 2025. Όπως αναφέρει, ιδιαίτερη εντύπωση προκαλεί το γεγονός ότι είχαν δοθεί διαφορετικά στοιχεία καταναλωτικού φορτίου στους προμηθευτές και διαφορετικά στη Διεύθυνση Λειτουργίας Αγοράς.

Οι προμηθευτές υπέβαλαν ένσταση, η οποία, σύμφωνα με την ανακοίνωση, απορρίφθηκε από τον Λειτουργό Αγοράς, με αποτέλεσμα να επιβαρυνθούν με ιδιαίτερα υψηλό κόστος για μια στρέβλωση που, όπως υποστηρίζουν, δεν προκάλεσαν οι ίδιοι. Ο ΣΕΠΗΕ αναφέρει ακόμη ότι τα προβλήματα που προέρχονται από το MDMS και παραμένουν άλυτα επιβεβαιώθηκαν και από λειτουργό του ΔΣΔ, κατά την ημερίδα που διοργανώθηκε στις 3 Μαρτίου 2026 από κοινού με τον Διαχειριστή Συστήματος Μεταφοράς, με θέμα τις μηνιαίες εκκαθαρίσεις της αγοράς και τα μετρητικά δεδομένα.

Παράλληλα, ο Σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι εκκαθαρίσεις του Νοεμβρίου 2025 έδειξαν πως το πρόβλημα των υπερβολικών επιβαρύνσεων παγιώνεται. Την ίδια ώρα, οι εκκαθαρίσεις για τον Δεκέμβριο 2025, τον Ιανουάριο 2026, τον Φεβρουάριο 2026 και τον Μάρτιο 2026 παραμένουν σε εκκρεμότητα, γεγονός που, όπως σημειώνει, προκαλεί σοβαρή αβεβαιότητα στην αγορά και δυσκολεύει τον προγραμματισμό των εταιρειών τόσο στη διαχείριση κινδύνου όσο και στις εμπορικές αποφάσεις.

Ο ΣΕΠΗΕ εκφράζει επίσης ανησυχία για το κόστος που επιβαρύνει τις εταιρείες μέσω του λογαριασμού προσαυξήσεων εξισορρόπησης (Uplift), για αποκλίσεις που, όπως υποστηρίζει, δεν οφείλονται στη δική τους εμπορική συμπεριφορά. Εξηγεί ότι όταν μονάδες ΑΠΕ με τις οποίες έχουν συμβληθεί αποκόπτονται από το δίκτυο, η πραγματική παραγωγή αποκλίνει από το πρόγραμμα αγοράς, με συνέπεια το σχετικό κόστος να μεταφέρεται στους προμηθευτές, χωρίς να υπάρχει μηχανισμός αποζημίωσης.

Στο πλαίσιο αυτό, καλεί τη ΡΑΕΚ να εξετάσει κατά πόσο η υφιστάμενη κατανομή του κόστους είναι δίκαιη και συμβατή με την αρχή της ίσης μεταχείρισης στην αγορά. Παράλληλα, απευθύνει έκκληση προς τις αρμόδιες αρχές να παρέμβουν άμεσα, ώστε να αντιμετωπιστούν τα προβλήματα και να διαμορφωθούν συνθήκες που θα επιτρέψουν σε όλους τους συμμετέχοντες στο χονδρεμπόριο να μειώσουν τα κόστη τους και να προσφέρουν φθηνότερη ενέργεια στους τελικούς καταναλωτές.

Ο Σύνδεσμος υπογραμμίζει ότι οι στρεβλώσεις αυτές δεν αποτελούν δημιούργημα της Ανταγωνιστικής Αγοράς Ηλεκτρισμού. Αντίθετα, σημειώνει ότι το μοντέλο-στόχος της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχει αναδειχθεί, μέσα από την εμπειρία μικρών και μεγάλων ευρωπαϊκών αγορών, ως το καταλληλότερο, αποδοτικότερο και πιο διαφανές σύστημα, καθώς μπορεί να οδηγήσει σε χαμηλότερες τιμές στη χονδρική αγορά και να στηρίξει την πράσινη μετάβαση, όπως επισημαίνουν οι οργανισμοί Europex και Eurelectric.